Κυριακή, 14 Ιανουαρίου 2018

ELLE (ΕΚΕΙΝΗ)

ΣΙΝΕΦΙΛΟΙ ΤΗΣ ΠΡΕΒΕΖΑΣ
ΣΥΝΕΧΙΖΟΥΜΕ
ΠΕΜΠΤΗ 18 IANOYAΡΙΟΥ 2018
ΩΡΑ 9.00 Μ.Μ
ΣΤΟ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΠΡΕΒΕΖΑΣ
ΜΑΖΙ ΜΕ ΤΙΣ ΕΥΧΕΣ ΜΑΣ ΓΙΑ 
ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ 2018

Η Μισέλ, διευθύντρια μιας εταιρίας με video games πέφτει θύμα άγριου βιασμού μέσα στο σπίτι της από έναν μασκοφορεμένο άνδρα. Αποφασίζει να μην αναφέρει τίποτα στην αστυνομία ή τους φίλους και συνεργάτες της, συνεχίζοντας κανονικά τη ζωή της: την ανάπτυξη ενός καινούριου παιχνιδιού που έχει αργήσει να κυκλοφορήσει, τον επικείμενο γάμο του γιου της με μια γυναίκα που δεν συμπαθεί, τα νέα της σχέση του πρώην συζύγου της με μια νεαρή καθηγήτρια γιόγκα, την παράνομη σεξουαλική σχέση της με τον άνδρα της καλύτερης φίλης και συνεταίρου της, το γεγονός ότι η μητέρα της θέλει να παντρευτεί έναν νεαρό άνδρα που την εκμεταλλεύεται και την «επιστροφή» του πατέρα της, ο οποίος ετοιμάζεται να ζητήσει ακόμη μια φορά αναστολή της ποινής ισόβιας φυλάκισης την οποία εκτίει μετά από τις πιο διάσημες μαζικές δολοφονίες του πρόσφατου παρελθόντος.
Διασκευάζοντας το βιβλίο του Φιλίπ Ντιζάν «Oh...» από το 2012 (είναι ο συγγραφέας του «37˚2 le Matin» στο οποίο βασίστηκε το θρυλικό «Μπέτι Μπλου» του Ζαν - Ζακ Μπενέξ), ο Πολ Βερχόφεν είχε να αντιμετωπίσει έναν απίστευτο όγκο πλοκής, σαδομαζοχιστικών φαντασιώσεων και συναισθηματικής έντασης που κάποιος θα φανταζόταν από το τρέιλερ πως το «Elle» θα ήταν ένα σκοτεινό θρίλερ - υβρίδιο με σεξουαλικές απολήξεις, νότες γκροτέσκου και φροϋδική εμβάθυνση, καταδικασμένο ήδη πριν το δει κανείς ως ένα cult ανοσιούργημα ενός πεπερασμένου σκηνοθέτη που ξεκίνησε ως auteur με το «Turkish Delight» και τον «Τέταρτο Ανθρωπο» στην Ολλανδία, ενέδωσε στο Χόλιγουντ παραδίδοντας κλασικές στιγμές της επιστημονικής φαντασίας («Robocop», «Ολική Επαναφορά»), αποκάλυψε το ενδιαφέρον του στο σεξουαλικό θρίλερ με την απίστευτη επιτυχία του «Βασικού Ενστίκτου» και παρά τις προσπάθειες των Γάλλων κριτικών να θεωρήσουν το «Starship Troopers» το απόλυτο αντιπολεμικό έπος, χάθηκε από το κοινό ενδιαφέρον με μοναδικό debate πόσο κακή ή πιο κακή κι από αυτό ταινία ήταν το «Showgirls».

Κι όμως, το «Elle» είναι η απόδειξη πως αυτό που έκρυβε πάντα ο Πολ Βερχόφεν κάτω από τo διαρκές (και επιτυχημένο) παιχνίδι του με το mainstream είναι όχι μόνο ακόμη ζωντανό και άκρως νεανικό (παρά τα 77 του χρόνια), αλλά και τόσο ώριμο πλέον ώστε να γίνει η κινητήριος δύναμη πίσω από μια απολαυστική ταινία, βλάσφημη και απενοχοποιημένη, τολμηρή και καθόλου politically correct, αστεία και πικρή μαζί. Φτιαγμένη από έναν master, o οποίος ισορροπεί με αξιοθαύμαστη δεξιοτεχνία ανάμεσα στο σασπένς και το μελόδραμα, το camp και το γκροτέσκο, το τραγικό με το ελαφρύ και το σοκαριστικό με το ανώδυνο, για να ολοκληρώσει μια σπουδή πάνω στη «βασανισμένη» ψυχή μιας γυναίκας και την ίδια στιγμή να επιχειρήσει μια βουτιά στην κόλαση με τον πιο σαρδόνιο τρόπο που έχουμε δει πρόσφατα στο σινεμά - και σίγουρα κι έξω από αυτό.
Μην επιτρέψετε σε κανέναν να σας αποκαλύψει ποια είναι η διαδοχή των γεγονότων που θα οδηγήσουν την Μισέλ σε μια παράδοξη «χειραφέτηση» που χρειάστηκαν πολλά χρόνια για να κερδίσει, εγκλωβισμένη στο τραυματισμένο παρελθόν της και το ανικανοποίητο παρόν της, στην προσπάθεια της να είναι η γυναίκα που θα ήθελε και η γυναίκα/μητέρα/σύζυγος/ερωμένη/κόρη που θα ήθελαν όλοι οι άλλοι. Κρατήστε μόνο ως αστερίσκο την απαράμιλλη μαεστρία με την οποία ο Βερχόφεν στήνει ένα φιλμ μυστηρίου - με σασπένς και σκηνές τρόμου - χωρίς να χάνει πραγματικά ούτε μια φορά τον τόνο μιας κατάμαυρης κωμωδίας που θα μπορούσε να είναι όλη μια φαντασίωση, αλλά ακόμη και όταν νομίζεις ότι θα πατώσει στο απύθμενο βάθος της ψυχαναλυτικής της βάσης επιπλέει θριαμβευτικά λόγω της χωρίς καμία αναστολή (βλ. και ντροπή) αφηγηματικής της τόλμης.
Διασχίζοντας όλη τη διαδρομή από ένα μεταφεμινιστικό μαινφέστο μέχρι ένα φόρο τιμής στον Αλφρεντ Χίτσκοκ και από την ακύρωση κάθε γνωστού κανόνα ενός θρίλερ μέχρι τη σαφή πολιτική δήλωση, ο Πολ Βερχόφεν καταφέρνει με το «Elle» κάτι που δεν είναι καθόλου προφανές. Με την επίφαση ενός απολαυστικού και ξεκαρδιστικά αστείου φιλμ που δεν κατακάθεται ποτέ κάτω από το βάρος των σεναριακών του ιδεών, τοποθετεί χειρουργικά πάνω στο τραπέζι της συζήτησης και βαθιά μέσα στο μυαλό του θεατή μια ολόκληρη πολιτική πρωτίστως συζήτηση γύρω από το που σταματάει ο φετιχισμός και ξεκινά η βία, γύρω από το πόσο η υποκρισία της καθολικής εκκλησίας γεννά ανθρώπους - τέρατα, γύρω από το πόσο θα μπορούμε να συνεχίζουμε να ζούμε κουβαλώντας κυριολεκτικά τα τραυματά μας, γύρω από το πόσο πιο εύκολα είναι όλα όταν είμαστε ειλικρινείς με τον εαυτό μας και τους άλλους.

Οσα επιχειρημάτα και να βρείτε για να αντικρούσετε το απενοχοποιημένο σύμπαν του «Elle», ο Πολ Βερχόφεν θα σας τα επιστρέψει πίσω με την μορφή καλοδουλεμένων σκηνών, ατμόσφαιρας που υποβάλλει, ατακών που εκστομίζονται την κατάλληλη στιγμή από τον κατάλληλο άνθρωπο, ερμηνειών που λειτουργούν οργανικά στο παράδοξο (τραγικό και κωμικό) μαζί τόνο της ταινίας.
Στο κέντρο της, η Ιζαμπέλ Ιπέρ δεν είναι μόνο όλες οι Μισέλ του κόσμου, όχι πολύ καλές μάνες, όχι πολύ καλές φίλες, όχι πολύ καλές πρώην σύζυγοι, όχι πολύ καλές διευθύντριες, όχι πολύ καλές ερωμένες, όχι πολυ καλές κόρες - κι όμως με το δικό της τρόπο μια υπέροχη, αστεία, ευάλωτη, δυναμική γυναίκα που θέλει να καυλώνει, να φροντίζει όσους αγαπά, να ελέγχει τα πάντα γύρω της, να ανακαλύπτει τα όριά της, να κάνει λάθη στο δρόμο προς το σωστό, τόσο τραυματισμένη όσο να αναζητά το τραύμα (μεταφορικά και κυριολεκτικά) για να νιώσει ζωντανή.
Στην ίσως μεγαλύτερη και πιο δύσκολη ερμηνεία της καριέρας της - όχι και τόσο αστειευόμενος κάποιος θα μπορούσε να περιγράψει ως μια «Δασκάλα του Πιάνου» που ανακαλύπτει το «Βασικό Ενστικτό» της - η Ιζαμπέλ Ιπέρ είναι σαρωτική, μια larger than life τραγική φιγούρα που παίζει κωμωδία με την ίδια άνεση που αυνανίζεται βλέποντας ένα ζευγάρι να φωτίζει μια φάτνη, που ζητάει από έναν υπάλληλό της να βγάλει το παντελόνι του, που φέρνει στο νου της τη στιγμή του βιασμού της όχι πάντα με τρόμο, που αφηγείται σε έναν συγκλονιστικό μονόλογο το φρικτό παρελθόν της σαν να ήταν απλά η υπόθεση μιας ταινίας στην τηλεόραση, που δεν μπορείς παρά να νιώσεις τη μοναξιά της και τον τρόμο της απέναντι σε όλους και όλα όσα προσπαθούν να την κάνουν να ντραπεί.
Οπως θα δηλώσει, όμως, η ηρωίδα της σε μια από τις πιο αποκαλυπτικές σκηνές της ταινίας: «Η ντροπή δεν είναι αρκετά δυνατό συναίσθημα για να μας σταματήσει από το να κάνουμε οτιδήποτε». Διαπίστωση που εκφράζει όλα όσα είναι το «Elle», με πρώτο και πιο σίγουρο μια απενοχοποιημένη αυθεντική κινηματογραφική απόλαυση.

Σάββατο, 6 Ιανουαρίου 2018

SUNTAN

ΣΙΝΕΦΙΛΟΙ ΤΗΣ ΠΡΕΒΕΖΑΣ
ΣΥΝΕΧΙΖΟΥΜΕ
ΠΕΜΠΤΗ 11 IANOYAΡΙΟΥ 2018
ΩΡΑ 9.00 Μ.Μ
ΣΤΟ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΠΡΕΒΕΖΑΣ
ΜΑΖΙ ΜΕ ΤΙΣ ΕΥΧΕΣ ΜΑΣ ΓΙΑ 
ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ 2018

Ο Κωστής είναι ένας 40άρης γιατρός που φτάνει στην Αντίπαρο για να αναλάβει την τοπική κλινική. Περνά τον χειμώνα στο αραιοκατοικημένο νησί κλεισμένος στον εαυτό του, έχοντας λόγω επαγγέλματος άμεση πρόσβαση σε σώματα αλλά όχι στα σώματα που έχει ανάγκη. Το καλοκαίρι έρχεται υγρό, καυτό και φιλήδονο και φέρνει μαζί του την Άννα και την παρέα της, μια ομάδα ξέφρενων, πανέμορφων 20αρηδων που εισβάλλουν στη μίζερη καθημερινότητα του Κωστή και τον κάνουν να πιστέψει πως ίσως τελικά να μην είναι αργά για αυτόν, ίσως του δόθηκε μια δεύτερη ευκαιρία να ζήσει τη νιότη που έχασε και τον έρωτα που στερήθηκε. Μόνο που κάτω από τον εκτυφλωτικό αυγουστιάτικο ήλιο και δίπλα στα γυμνά σώματα που σε αγκαλιάζουν, κυριολεκτικά και μεταφορικά, ο όποιος έλεγχος χάνεται εύκολα και μια σκιά αρκεί για να βγει ελεύθερο το σκοτάδι που κρύβει ο καθένας μέσα του.
Θα μπορούσα να πω αρκετά για το "Suntan", την νέα ταινία του Αργύρη Παπαδημητρόπουλου (τρίτη σε σειρά μετά το άκρως επιτυχημένο εμπορικά “Bank Bang” και το πιο εσωτερικό και σκληρά ρεαλιστικό “Wasted Youth”) με πρωταγωνιστή τον σταθερά συγκλονιστικό Μάκη Παπαδημητρίου.

Όπως ότι η αμεσότητα και η απλότητά της ήταν μια από τις ελάχιστες ευχάριστες εκπλήξεις των τελευταίων ετών μέσα στο ναρκισσιστικό και πομπώδες ελληνικό σινεμά των (σχετικά) νέων σκηνοθετών που προσπαθούν εναγωνίως να επιδείξουν όλες τις σινεφίλ αναφορές τους μέσα σε 90 λεπτά, λες και θα τους λιθοβολήσουμε στην πλατεία Συντάγματος αν μια ταινία τους δεν περνά έμμεσα τουλάχιστον 42 κοινωνικά μηνύματα. Ή πως μπορεί να μην είναι η ταινία που θα σώσει τον ελληνικό κινηματογράφο από τη μιζέρια του (δεν είναι) αλλά τουλάχιστον προσπαθεί -και το κάνει με στυλ, μαύρο χιούμορ και ευαισθησία. Και ακόμα κι αν έχεις αντιρρήσεις σχετικά με κάποια στοιχεία της -εγώ ας πούμε θα ήθελα κάποια κομμάτια να είναι πιο ισότιμα χωρισμένα χρονικά- δεν μπορείς παρά να σεβαστείς την προσπάθεια. Ή πως την σκέφτομαι ακόμα για αρκετούς λόγους, τρεις μέρες αφού την είδα στο σινεμά, μέσα σε μια αίθουσα γεμάτη με κόσμο που πραγματικά διασκέδαζε -γιατί αυτό οφείλει να κάνει το σινεμά, να σε διασκεδάζει, να σε κάνει τη μία στιγμή να γελάς, την άλλη να συγκινείσαι και την τρίτη να τσιτώνεσαι στην άκρη της καρέκλας από την αγωνία.
Πηγή HuffPost Greece Νάγια Κωστιάνη

Παρασκευή, 29 Δεκεμβρίου 2017

Ο ΚΥΡΙΟΣ ΟΒΕ

ΣΙΝΕΦΙΛΟΙ ΤΗΣ ΠΡΕΒΕΖΑΣ
ΣΥΝΕΧΙΖΟΥΜΕ
ΠΕΜΠΤΗ 4 IANOYAΡΙΟΥ 2018
ΩΡΑ 9.00 Μ.Μ
ΣΤΟ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΠΡΕΒΕΖΑΣ
ΜΑΖΙ ΜΕ ΤΙΣ ΕΥΧΕΣ ΜΑΣ ΓΙΑ 
ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ 2018

Ο Σουηδός σκηνοθέτης Χάνες Χολμ («Διακοπές στην Ελλάδα») μεταφέρει στο σινεμά το ομώνυμο best seller του Φρέντρικ Μπάκμαν, που έχει μεταφραστεί σε περισσότερες από 30 χώρες. Η ταινία έσπασε ρεκόρ στα ταμεία της Σουηδίας, μπαίνοντας έτσι στο top-5 των πιο επιτυχημένων ταινιών όλων των εποχών.


Ο Oβε είναι ένας 59χρονος γκρινιάρης, εριστικός, καταθλιπτικός τύπος. Eχει αυστηρές αρχές, σιδερένια πειθαρχία και ελάχιστη κατανόηση, πιστεύει ότι περιβάλλεται από ηλίθιους και δεν διστάζει να τους το πει κατάμουτρα. Παλιότερα ήταν ο διαχειριστής ενός οικισμού με όμορφα σπιτάκια και λιθόστρωτα μονοπάτια, αλλά όχι πια: οι υπόλοιποι ιδιοκτήτες τον καθαίρεσαν – εκείνος όμως δεν το παίρνει απόφαση και φυσικά το θεωρεί ύψιστη προδοσία εκ μέρους τους. Γι’ αυτό και όταν δεν προσπαθεί ανεπιτυχώς να αυτοκτονήσει, ο Oβε περνάει τη μέρα του παρακολουθώντας τους γείτονές του, μαλώνοντας και κάνοντάς τους συνεχώς υποδείξεις. Κανείς δεν τον αντέχει και τον αποκαλούν «ο γείτονας από την κόλαση», αλλά αυτό που κανείς δεν γνωρίζει είναι ότι πίσω από τη δύστροπη συμπεριφορά κρύβεται μια συγκινητική ιστορία. Oταν όμως στο διπλανό σπίτι μετακομίζει μια καινούργια και φασαριόζικη οικογένεια με παιδιά, που κατά λάθος χαλάνε το γραμματοκιβώτιο του Όβε, τα πράγματα θα αλλάξουν. Oχι μόνο για τον οικισμό, αλλά και τον ίδιο τον Oβε, που έκπληκτος θα δημιουργήσει μια αναπάντεχη και τρυφερή φιλία.
Μπορεί τα υλικά της να είναι αυτά μιας συνταγής και το φινάλε της ίσως υπερβολικά «καθώς πρέπει», όμως αυτή η κωμωδία του Χάνες Χολμ περιέχει στην πορεία αρκετή τρυφερότητα, χιούμορ πίκρα κι εξυπνάδα που δεν μπορείς παρά να της παραδοθείς. Ο ήρωάς της, ο κύριος Οβε είναι ένας τυπικός γεροπαράξενος άντρας, παθιασμένος με την σωστή τάξη των πραγμάτων, εμμονικός στις ιδέες του σχεδόν αφόρητος για τους γύρω του.
Μόνο που το «μην πλησιάζετε» εξωτερικό περίβλημα κρύβει από κάτω μια τρύπα στην καρδιά, ένα κενό που βρίσκει μόνο έναν τρόπο να καλύψει, την απόφασή του να αυτοκτονήσει. Το ότι οι επανειλημμένες, αποτυχημένες απόπειρες να πεθάνει γίνονται στην ταινία και στο βιβλίο που την γέννησε, εργαλείο της πλοκής και του χιούμορ, λέει σίγουρα κάτι για το ύφος αυτής της ντραμεντί, που δεν φοβάται να φλερτάρει με το μαύρο, όσο δεν φοβάται να γίνει καλόβολη και γλυκειά όταν πρέπει.
Με τον Ρολφ Λάσκγαρντ να δίνει μια εξαιρετική ερμηνεία στον ρόλο του κακότροπου ήρωα και όλα τα επιμέρους στοιχεία του φιλμ, από το μοντάζ που επιλέγει να τονίζει την επαναληπτικότητα της καθημερινότητας του μέχρι το set design που ορίζει την σουηδική του πραγματικότητα και αυτή των ξένων γειτόνων του, το φιλμ δανείζεται κάτι από τον αέρα του σκανδιναβικού παραλόγου σκηνοθετών όπως ο Μπεντ Χάμερ ή ακόμη κι ο Ρόι Αντερσον, σε μικρότερες και πιο αραιωμένες δόσεις.
Το αποτέλεσμα είναι μια ταινία που ξέρει να ισορροπεί σωστά πάνω στην γραμμή του χιούμορ και του δράματος, που κοιτάζει με ανθρωπιά και κατανόηση τους χαρακτήρες του και ξέρει πως οι άνθρωποι είναι κάτι παραπάνω από την εξωτερική εικόνα τους. «Ο Κύριος Οβε» μιλά για την δύναμη μιας ανοιχτής καρδιάς, για την σημασία του να νιώθεις πως κάποιος σε αγαπά και σε χρειάζεται για τον τρόπο που η ζωή μας καθορίζει, αλλά και τον τρόπο που της δίνουμε σχήμα εμείς.

Παρασκευή, 22 Δεκεμβρίου 2017

CAROL

ΣΙΝΕΦΙΛΟΙ ΤΗΣ ΠΡΕΒΕΖΑΣ
ΣΥΝΕΧΙΖΟΥΜΕ
ΠΕΜΠΤΗ 28 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 2017
ΩΡΑ 9.00 Μ.Μ
ΣΤΟ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΠΡΕΒΕΖΑΣ
ΜΑΖΙ ΜΕ ΤΙΣ ΕΥΧΕΣ ΜΑΣ ΓΙΑ 
ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ 2018

6 ΥΠΟΨΗΦΙΟΤΗΤΕΣ ΓΙΑ ΟΣΚΑΡ 2016

Ο Τοντ Χέινς επιστρέφει μετά από οκτώ χρόνια για να χαρίσει στην Κέιτ Μπλάνσετ την ερμηνεία της ζωής της.

Η νέα του ταινία είναι το «Carol», το οποίο είναι βασισμένο στο μυθιστόρημα «The Price of Salt» (αργότερα γνωστό απλά ως «Carol») της Πατρίτσια Χάισμιθ. Μεταφερόμαστε στη Νέα Υόρκη των αρχών της δεκαετίας του 1950. Είναι λίγο πριν τα Χριστούγεννα. Η νεαρή Τερέζ (Ρούνεϊ Μάρα) είναι υπάλληλος σε ένα πολυκατάστημα του Μανχάταν, ονειρεύεται ωστόσο μια καλύτερη ζωή. Όταν γνωρίζει την Κάρολ (Κέιτ Μπλάνσετ), μια γοητευτική μεγαλύτερη γυναίκα που βρίσκεται στα τελευταία στάδια ενός αποτυχημένου γάμου, θα δει σε αυτή τα όνειρά της. Η πρώτη τους συνάντηση φαίνεται εντελώς αθώα, για καμία δεν είναι όμως έτσι. Σύντομα λοιπόν θα αναπτύξουν μια βαθύτερη σχέση και καθώς χάνονται στο πάθος τους και φεύγουν μακριά, θα δοκιμαστεί η πίστη για αυτό που έχουν με ανυπολόγιστες συνέπειες και για τις δύο.
Φυσικά ο Χέινς δεν ενδιαφέρεται να ξεδιπλώσει απλώς τις σελίδες του βιβλίου της Χάισμιθ στη μεγάλη οθόνη. Αυτό που τον απασχολεί είναι να μετατρέψει τα συναισθήματα σε χρώματα και έπειτα να τα κινηματογραφήσει. Για την ακρίβεια είναι να απορείς πώς δεν έτυχε ο Χέινς να γυρίσει νωρίτερα αυτή την ταινία, αφού η ιστορία μοιάζει κομμένη και ραμμένη για τον ίδιο ώστε να βγάλει όσα αγαπά στο σινεμά. Η μόνη εξήγηση είναι ότι περίμενε την Κέιτ Μπλάνσετ να φτάσει στην κατάλληλη ηλικία για να υποδυθεί το ρόλο. Γιατί κάθε κουβέντα σχετικά με το «Carol» αρχίζει και τελειώνει σε αυτή.
Η ιστορία ξεκινά από το τέλος, χωρίς να βλέπουμε κανένα από τα δύο πρόσωπα των πρωταγωνιστριών από κοντά. Τις παρακολουθούμε καθώς βρίσκονται σε ένα γεύμα το οποίο μοιάζει σαν όλα τα άλλα, για να συνειδητοποιήσουμε εν τέλει πως είναι το πιο σημαντικό δείπνο στη ζωή των δύο γυναικών. Ο Χέινς αποκρυσταλλώνει την έννοια του έρωτα. Είναι κάτι κατανοητό μόνο για τα δύο άτομα που βρίσκονται μέσα στη διαδικασία του, τα οποία εκείνη τη στιγμή νιώθουν πως ανακαλύπτουν ξανά τον κόσμο με νέες υπεράνθρωπες αισθήσεις. Στους απ’ έξω φαίνεται μια καθημερινή πράξη μέσα σε μια ρουτίνα αλλά μόνο έτσι δεν είναι. Αυτήν ακριβώς την εμπειρία αιχμαλωτίζει ο Χέινς στο «Carol».
Αν έπρεπε να συγκρίνουμε το «Carol» με κάποια συγκεκριμένη ταινία για τον τρόπο που χρησιμοποιεί μια ιστορία με απώτερο σκοπό να πραγματοποιήσει μια καλλιτεχνική σπουδή πάνω στη φύση του έρωτα, τότε αυτή θα ήταν η «Ερωτική επιθυμία» του Γουόνγκ Καρ Γουάι. Πέρα από την εποχή, πέρα από την υπόθεση, πέρα ακόμη και από τις ερμηνείες, σημασία έχει το κάθε κάδρο ξεχωριστά, τα ηλεκτρισμένα βλέμματα μέσα στο πλήθος, οι σάρκες που καίνε, ένα βρεγμένο παράθυρο αυτοκινήτου. Ο Χέινς κατάφερε να σε κάνει να βλέπεις την Τερέζ μέσα από τα μάτια της Κάρολ και την Κάρολ μέσα από αυτά της Τερέζ. Καμία δεν αποκαλύπτεται πραγματικά ποτέ και δεν έχει νόημα χωρίς την άλλη
Το «Carol» είναι μια πανέμορφη ταινία, την οποία για να απολαύσεις στο μέγιστο θα πρέπει να αφεθείς εξολοκλήρου στον κόσμο που χτίζουν η Κάρολ και η Τερέζ. Σίγουρα πρόκειται για μια πολύ καλή ταινία που από τεχνικής πλευράς αξίζει να παίξει σε πολλές κατηγορίες των Όσκαρ, πρωτίστως όμως είναι μια υπόθεση καθαρά προσωπική που τη βιώνει ο καθένας ξεχωριστά. Ο Χέινς έφτιαξε μια ταινία που είναι μόνο συναίσθημα και αν την αντιμετωπίσετε ως τέτοια το πιθανότερο είναι να βρείτε την καλύτερη ταινία της χρονιάς. Και μιας και «η ταινία της χρονιάς» δεν είχε νόημα ποτέ ως μαζική αδιαπραγμάτευτη αλήθεια μα ως προσωπικό πάθος, εδώ αποκτά την πραγματική της διάσταση.

Σάββατο, 16 Δεκεμβρίου 2017

Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ (THE REVENANT)

ΣΙΝΕΦΙΛΟΙ ΤΗΣ ΠΡΕΒΕΖΑΣ
ΣΥΝΕΧΙΖΟΥΜΕ
ΠΕΜΠΤΗ 21 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 2017
ΩΡΑ 9.00 Μ.Μ
ΣΤΟ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΠΡΕΒΕΖΑΣ



Ένας έμπορος γούνας, ο Hugh Glass (DiCaprio) ζει σε μία έκταση κοντά στα σύνορα της χώρας το 1823. Μετά από επίθεση που του κάνει μία αρκούδα, τον ληστεύει ένα group από εγκληματίες και τον αφήνουν να πεθάνει. Εκείνος όμως επιβιώνει και ξεκινά ένα σχέδιο για να τους εκδικηθεί. Μια ιστορία εκδίκησης βασισμένη στο βιβλίο του Michael Punke που είναι βασισμένο σε πραγματικά γεγονότα – με την ταινία όμως να ξεπερνά τα γεγονότα του βιβλίου.
Η νέα ταινία του Iñárritu, που σάρωσε τα πάντα στα Oscars πέρσι με το Birdman, φέρνει και πάλι μαζί μετά το Inception τον Leonardo DiCaprio και τον Tom Hardy με τον σκηνοθέτη να στηρίζεται στους δύο ηθοποιούς το ίδιο όσο στηρίζεται στο δικό του σκηνοθετικό ταλέντο αλλά και στο μοντάζ.
Ο Inarritu καταφέρνει για δεύτερη σερί χρονιά να είναι στην λίστα με τους καλύτερους σκηνοθέτες της χρονιάς και το κάνει με την αξία του. To “Η Επιστροφή” αγγίζει την σκηνοθετική τελειότητα με υπέροχα πλάνα, από τα κοντινά στα μακρινά και με πολύ καλή κίνηση της κάμερας. Ο σκηνοθέτης χρησιμοποιεί αρκετά τις τεχνικές του Birdman, όμως αυτή τη φορά όχι για να κόψει την ταινία σε ένα μεγάλο πλάνο, όχι ότι τις λείπουν βέβαια οι μεγάλες σε διάρκεια σκηνές, αλλά κυρίως για να μεταδώσει τα συναισθήματα, τα άγχη και τις αγωνίες των πρωταγωνιστών του, αλλά και για να δείξει όλα όσα γίνονται στο “πεδίο της μάχης” από κάθε γωνία, είτε μιλάμε για πραγματική μάχη, είτε για την μάχη της επιβίωσης, που δίνει ο Leonardo DiCaprio σε όλη την ταινία. Αν και ο Inarritu τα καταφέρνει άψογα με αυτήν την τεχνική στο επίπεδο των συναισθημάτων, για ακόμα μια ταινία του ο τρόπος που σκηνοθετεί δείχνει μια αυταρέσκεια και γίνεται σε κάποιες περιπτώσεις επιτηδευμένος, καθώς η αφήγηση της ιστορίας αλλά και η ανάπτυξη των χαρακτήρων του είναι μονοδιάστατα.
Ουσιαστικά στο The Revenant η καλή σκηνοθεσία και τα τοπία έχουν αντικαταστήσει το ξετύλιγμα της ιστορίας και τις πληροφορίες για τους χαρακτήρες και το background τους. Σε κανένα σημείο της ταινίας ο θεατής δεν γίνεται ένα με τον πρωταγωνιστή, που βρίσκεται να περιπλανιέται στα χιονισμένα τοπία χωρίς ιδιαίτερο λόγο ύπαρξης και σκοπό, με αποτέλεσμα κάτι που θα μπορούσε να είναι μια ιστορία εκδίκησης, να είναι πολύ περισσότερο μια ιστορία επιβίωσης ενός αληθινού μεν, αδιάφορου δε χαρακτήρα. 
Όσο για τις ερμηνείες το μόνο σίγουρο είναι ότι είναι δύσκολες, γίνονται σε πραγματικές συνθήκες ψύχους, είναι πολύ φυσικές με αποκορύφωμα τα όντως τρελά πράγματα που κάνει ο DiCaprio στην ταινία, με την πλέον γνωστή σκηνή με την αρκούδα. 
Τα γυρίσματα της ταινίας έγιναν on set, σχεδόν τα πάντα που βλέπουμε δηλαδή, είναι αληθινά με τοπία από τον χιονισμένο Καναδά και τα βουνά της Αργεντινής. Μάλιστα η παραγωγή διήρκεσε το εξωφρενικό διάστημα των δέκα μηνών, κάτι εξοντωτικό σίγουρα για όλους τους συμμετέχοντες, με τα γυρίσματα να είναι πολύ δύσκολα και ένα μεγάλο μπράβο να χρειάζεται να ειπωθεί σε όλο το team για την αντοχή και την οξυδέρκειά του. 
Πηγή:cinefreaks.gr



Παρασκευή, 8 Δεκεμβρίου 2017

ΤΟΝΙ ΕΡΝΤΜΑΝ

ΣΙΝΕΦΙΛΟΙ ΤΗΣ ΠΡΕΒΕΖΑΣ
ΣΥΝΕΧΙΖΟΥΜΕ
ΠΕΜΠΤΗ 14 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 2017
ΩΡΑ 9.00 Μ.Μ
ΣΤΟ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΠΡΕΒΕΖΑΣ


Τρίτη μεγάλου μήκους ταινία για τη γερμανίδα Μάρεν Άντε, της οποίας το σκηνοθετικό ντεμπούτο "Το Δάσος για τα Δέντρα" (2003) έφυγε από το φεστιβάλ του Σάντανς με το Ειδικό Βραβείο της Επιτροπής, ενώ η δεύτερη ταινία της με τίτλο "Όλοι οι Άλλοι"(2009) απέσπασε την Αργυρή Άρκτο (Μεγάλο Βραβείο της Επιτροπής) στην Μπερλινάλε καθώς και το βραβείο γυναικείας ερμηνείας. Για τα επόμενα χρόνια ασχολήθηκε με την παραγωγή, επιλέγοντας ταινίες ιδιαίτερου καλλιτεχνικού ενδιαφέροντος όπως το "Χαμένος Παράδεισος" (Tabu) ή την τριλογία "Arabian Nights", προκαλώντας μεγάλες προσδοκίες για την μετέπειτα καριέρα της. Φέτος διαγωνίζεται στις Κάννες με μια κομεντί, γύρω από τον Γουίνφριντ έναν πατέρα -στον ρόλο ο αυστριακός ηθοποιός Πίτερ Σιμόνισεκ - που αποφασίζει να αιφνιδιάσει την αποξενωμένη κόρη του, Ινές (την υποδύεται η Σάντρα Χούλερ), μια σοβαρή καριερίστα που εργάζεται ως στρατηγικός σύμβουλος σε μεγάλη εταιρία στο Βουκουρέστι, με μια απροειδοποίητη επίσκεψη. Το πρώτο κοινό τους 24ωρο αποδεικνύεται καταστροφικό, αλλά ο Γουίνφριντ δεν το βάζει κάτω. Αποφασίζει να μείνει στην πόλη και να «ξανασυστηθεί» στην κόρη του και το περιβάλλον της μέσα από έναν φανταστικό χαρακτήρα, αυτόν του «Τόνι Έρντμαν». Σκοπός του πλακατζή πατέρα είναι να τραβήξει την προσοχή της μονίμως απασχολημένης κόρης του, να τη βοηθήσει να αλλάξει τη στρεσογόνα ρουτίνα της και να διεκδικήσει μια θέση στην ζωή της.

 

Τα 162 λεπτά του φιλμ φαντάζουν απαγορευτικά, ωστόσο το Toni Erdmann είναι μια ταινία που κανείς δεν πρέπει να χάσει. Κι αν την πρώτη μία ώρα, αναρωτιέστε αν αξίζει τόσος ντόρος, το δεύτερο μισό θα έρθει για να σας επιβεβαιώσει για το αντίθετο. Μια γερμανική κωμωδία που πέρα από το γέλιο, ασκεί κριτική στις πολυεθνικές εταιρείες, όσον αφορά την αφοσίωση που απαιτούν από τους εργαζομένους και την εξουσία που διαθέτουν ώστε να κινούν σαν πιόνια τις μοίρες εκατοντάδων ανθρώπων, καθώς και στον στρεσογόνο τρόπο ζωής του σύγχρονου δυτικού ανθρώπου, έχοντας στο επίκεντρο μια απίθανη αλλά παράλληλα στοργική ιστορία ανάμεσα σε πατέρα και κόρη. 
Στιγμές ανθολογίας που προκαλούν γέλιο στους θεατές και αμηχανία στους κεντρικούς ήρωες, εναλλάσσονται με σκηνές που θίγουν σοβαρά ζητήματα, με απόλυτη ισορροπία και μεγάλη δεξιοτεχνία. Το πρωταγωνιστικό δίδυμο αποδεικνύεται υπέροχο και με έντονη χημεία. Η βραβευμένη στο φεστιβάλ του Βερολίνου για την ερμηνεία της στην ταινία ΡέκβιεμΣάντρα Χούλερ, φαντάζει ιδανική για τον ρόλο της ψυχρής καριερίστα Ινές και καταφέρνει να ξεχωρίσει χωρίς να κρυφτεί από τη σκιά του γίγαντα Πίτερ Σιμόνισεκ

Μια feelgood κωμωδία από τη Γερμανία που αναβλύζει τρυφερότητα, ενώ παράλληλα μας καλεί να αναλογιστούμε τη ζωή που έχουμε δημιουργήσει, και αν χρειαστεί, να πραγματοποιήσουμε την προσωπική μας επανάσταση ώστε να διεκδικήσουμε το καλύτερο για εμάς. 






Δευτέρα, 4 Δεκεμβρίου 2017

ΤΟ ΔΙΧΤΥ

ΣΙΝΕΦΙΛΟΙ ΤΗΣ ΠΡΕΒΕΖΑΣ
ΣΥΝΕΧΙΖΟΥΜΕ
ΠΕΜΠΤΗ 7 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 2017
ΩΡΑ 9.00 Μ.Μ
ΣΤΟ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΠΡΕΒΕΖΑΣ

Με κινηματογραφική δύναμη κι επιδεξιότητα ο Κιμ Κι-Ντουκ αφηγείται μια ευαίσθητη, συγκινητικά πικρή μα μονοδιάστατη και απλοϊκή στα μηνύματά της καφκική ιστορία.
Έχοντας αποσυρθεί από το σινεμά και τα εγκόσμια για τρία ολόκληρα χρόνια, ο Κιμ Κι-Ντουκ επέστρεψε με το ημιντοκιμαντερίστικο «Arirang» το 2011, για να κερδίσει τον επόμενο χρόνο το Χρυσό Λιοντάρι στη Βενετία με την «Pieta» και να συνεχίσει να εμπλουτίζει τη φιλμογραφία του με μια σειρά δραμάτων εξίσου προκλητικών με αυτά της νιότης του («Moebius»), εστιασμένα όμως σε λιγότερο ψυχολογικά και περισσότερο κοινωνικοπολιτικά θέματα.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα το «Δίχτυ» του, απλώνεται στα θολά νερά που χωρίζουν τη Βόρεια από τη Νότια Κορέα, στην οποία απρόσμενα ξεβράζεται ο Βορειο­κορεάτης ψαράς Ναμ Τσουλ-γου όταν τα δίχτυα του μπερδεύονται στη μηχανή της βάρκας του κι εκείνη παρασύρεται από τα νερά του ποταμού. Ο ίδιος συλλαμβάνεται και ανακρίνεται ως πιθανός κατάσκοπος, αλλά η πραγματική του οδύσσεια ξεκινά όταν, δείχνοντας αθώος, οι αρχές προσπαθούν να τον πείσουν να αυτομολήσει, καθώς θέλουν να τον «σώσουν» από την επιστροφή στην πολιτικά ανελεύθερη πατρίδα του.
Για άλλη μία φορά ο Κιμ Κι-Ντουκ κοιτάζει πίσω από τη βιτρίνα του νοτιοκορεάτικου θαύματος, όπου τη λάμψη των οικονομικών και τεχνολογικών επιτευγμάτων συντροφεύουν η σκοτεινή απληστία και τα ασυγκράτητα ανθρώπινα πάθη (μόνιμη θεματική του η σύγκρουσή τους με την ευνομούμενη καπιταλιστική πραγματικότητα). Όπως τα ψάρια που αλιεύει με το δίχτυ του, έτσι και ο Ναμ Τσουλ-γου βρίσκεται ύστερα από ένα παιχνίδι της μοίρας παγιδευμένος σε ένα γιγάντιο ιστό συμφερόντων πολύ υψηλότερων από το μπόι του, σαφής αλληγορία για μια χώρα η οποία έχει παρασυρθεί, για επίσης υψηλά γεωπολιτικά συμφέροντα, σε ένα επικίνδυνο παιχνίδι εσωτερικής διαμάχης.
Όταν τελικά βρεθεί πίσω στην πατρίδα και την οικογένειά του, η καφκική πορεία του ήρωα θα γίνει ο απόλυτος εφιάλτης, τον οποίο το «Δίχτυ» αποτυπώνει με ωμότητα και αφηγηματική επιδεξιότητα που μετατρέπει αυτό το κοινωνικοπολιτικό δράμα σε πικρό υπαρξιακό θρίλερ, όσο κι αν τα αλληγορικά μηνύματά του εκφράζονται απλοϊκά και μονοδιάστατα (η πόρνη, τα δολάρια, ο Βορειοκορεάτης ανακριτής), προσδεμένα σε μια πλοκή χωρίς πραγματικές σεναριακές εκπλήξεις.
ΠΗΓΗ: Αθηνόραμα (Χρήστος Μήτσης)

Δευτέρα, 27 Νοεμβρίου 2017

CAPTAIN FANTASTIC

ΣΙΝΕΦΙΛΟΙ ΤΗΣ ΠΡΕΒΕΖΑΣ
ΣΥΝΕΧΙΖΟΥΜΕ
ΠΕΜΠΤΗ 30 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 2017
ΩΡΑ 9.00 Μ.Μ
ΣΤΟ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΠΡΕΒΕΖΑΣ

Βαθιά στα δάση της Βορειοδυτικής Ακτής της Βόρειας Αμερικής, ένας πατέρας προσπαθεί να μετατρέψει τα έξι του παιδιά σε απίθανους ενήλικες. Οταν όμως η τραγωδία θα χτυπήσει την πόρτα της πολυμελούς οικογένειας, θα αναγκαστούν να εγκαταλείψουν τον αυτοσχέδιο παράδεισο που έχουν δημιουργήσει και να ταξιδέψουν στον πολιτισμό - εκεί όπου η ιδέα τους για το τι σημαίνει γονιός και ανατροφή παιδιών μοιάζει με εισβολή εξωγήινων...
Το φιλμ του ηθοποιού Ματ Ρος (τα τηλεοπτικά «Big Love» και «American Horror Story», το κινηματογραφικό «Goodnight and Good Luck») υπήρξε η ήρεμη δύναμη του Φεστιβάλ του Σάντανς, κερδίζοντας κριτικές και ένα θαυμασμό για την εκκεντρική του απλότητα και την πάντα ευπρόσδεκτη εμφάνιση του Βίγκο Μόρτενσεν. Καθόλου παράξενο λοιπόν που είναι μια από τις ελάχιστες ταινίες από τη Γιούτα που έφτασε στο 69ο Φεστιβάλ Καννών για να βραβευθεί στο τμήμα «Ενα Κάποιο Βλέμμα».με το βραβείο σκηνοθεσίας.
Πηγή Μανώλης Κρανάκης-flix.gr

Παρασκευή, 17 Νοεμβρίου 2017

La La Land

ΣΙΝΕΦΙΛΟΙ ΤΗΣ ΠΡΕΒΕΖΑΣ
ΣΥΝΕΧΙΖΟΥΜΕ
ΠΕΜΠΤΗ 23 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 2017
ΩΡΑ 9.00 Μ.Μ
ΣΤΟ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΠΡΕΒΕΖΑΣ



Το La La Land είναι η ταινία της χρονιάς και δεν υπάρχει αμφιβολία για αυτό, όπως αποδεικνύεται ήδη από τα πολυάριθμα βραβεία και υποψηφιότητες που συγκεντρώνει! Ένα μιούζικαλ βγαλμένο από το παλιό, καλό Χόλιγουντ, αφιερωμένο σε όσους αγαπάνε το σινεμά και σε όσους ονειρεύονται ακόμα…
Η Μία, επίδοξη ηθοποιός που εργάζεται στο καφέ των κινηματογραφικών στούντιο και ο Σεμπάστιαν, πιανίστας παθιασμένος με την τζαζ αλλά αναγκασμένος να συμβιβάζεται για να επιβιώσει, γνωρίζονται και ερωτεύονται με φόντο τα πιο μαγευτικά σημεία του L.A.
Το La la land σε κερδίζει από την πρώτη σκηνή, όταν σε έναν οδικό κόμβο πηγμένο στην κίνηση νεαροί και νεαρές με έντονα χρωματιστά ρούχα και χαρούμενη διάθεση χορεύουν και τραγουδάνε «Another day of sun» παρασύροντας και τον θεατή σε ένα good mood! Το ρομάντζο των δύο αναπτύσσεται αργά, σχεδόν βασανιστικά μέχρι το πρώτο τους φιλί, είναι όμως τόσο μαγική η διαδρομή που δεν σε αφήνει να δυσανασχετήσεις.
Χολιγουντιανά πάρτυ, μια σκηνή χορού-φόρος τιμής στο Singing in the rain και το Band Wagon, σκηνές όπου κυριαρχεί η τζαζ, βαλς στα αστέρια κι ένα σωρό εικόνες και μουσικές μας παρουσιάζουν την ιστορία των δύο. Το πρωταγωνιστικό ζευγάρι είναι εξαιρετικό, με τον Ryan Gosling να χορεύει κλακέτες με την άνεση βιρτουόζου, να παίζει πιάνο λες και ήξερε όλη του τη ζωή, να προκαλεί γέλιο με ένα απλό σήκωμα του φρυδιού ή έναν μορφασμό. Η γκάμα συναισθημάτων που αποδίδει μόνο με το πρόσωπο του είναι εντυπωσιακά ευρεία και ο ίδιος πειστικότατος στον ρόλο ενός άνδρα παθιασμένου, αφοσιωμένου, πιστού σε οτι αγαπάει. Η Emma Stone, επίσης εντυπωσιακή, γοητευτική κοκκινομάλλα,  με άνεση στα χορευτικά, κατάθεση ψυχής στα σόλο της κι ένα κοριτσίστικο χαμόγελο που σε αναγκάζει να συμπαθήσεις την Μία (όχι οτι ήθελε προσπάθεια βέβαια!).
Η μουσική του Justin Hurwitz δικαιούται ιδιαίτερη αναφορά αφού ο συνθέτης κατάφερε να δημιουργήσει ένα κλίμα κεφάτο και παράλληλα νοσταλγικό, ρομαντικό και τόσο jazz με τρομπέτες, μπάσο, τύμπανα κι ένα πιάνο που η μελωδία του χαράζεται απευθείας στην ψυχή σου. Αν δεν είναι αυτός σίγουρος νικητής στα Όσκαρ δεν ξέρω ποιος μπορεί να είναι!
Ο Damien Chazelle στην σκηνοθεσία, δημιουργεί έναν κόσμο βγαλμένο από τις πιο ρομαντικές γωνίες του μυαλού μας, ένα ρομάντζο παλαιάς κοπής, με πρωταγωνιστές δύο απλούς ανθρώπους και μια αγάπη βαθιά, από αυτές που έχουμε ξεχάσει να ζούμε. Αυτή η ταινία ήταν το όνειρό του για πολλά χρόνια και μόνο μετά την επιτυχία του Whiplash κατάφερε να πείσει κάποιον να χρηματοδοτήσει το La la land κι εμείς δεν έχουμε παρά να τον ευχαριστήσουμε για την επιμονή του.
Αν δεν την είδατε λοιπόν, δείτε την όσο προλαβαίνετε γιατί είναι μια ταινία που της αρμόζει η μεγάλη οθόνη, το σκοτάδι, ο δυνατός ήχος του κινηματογράφου… Το La la land είναι μια ταινία που θα συζητιέται για πολλά, πολλά χρόνια.






Σάββατο, 11 Νοεμβρίου 2017

Ο εμποράκος

ΣΙΝΕΦΙΛΟΙ ΤΗΣ ΠΡΕΒΕΖΑΣ ΞΕΚΙΝΑΜΕ
16 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ ΩΡΑ 9.00 Μ.Μ.
ΣΤΟ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΠΡΕΒΕΖΑΣ


Ο Εμάντ (Σαχάμπ Χοσεϊνί) και η Ράνα (Ταράνεχ Αλιντούστι), αναγκάζονται να αφήσουν το ετοιμόρροπο διαμέρισμα τους και να μεταφερθούν σ’ ένα διαμέρισμα στην Τεχεράνη. Η σχέση τους αρχίζει να αλλάζει, ενώ η παράσταση που ανεβάζουν, «Ο Θάνατος του Εμποράκου», συνεχίζεται.

Η ταινία «Ο Εμποράκος» (The Salesman - 2016) του Ασγκάρ Φαραντί, αποτελεί μια τραγική ιστορία εκδίκησης εμπνευσμένη από τον «Θάνατο του Εμποράκου» του Άρθουρ Μίλερ. Μια ηθοποιός που ανεβάζει το έργο του Μίλερ στην Τεχεράνη δέχεται την επίθεση ενός αγνώστου μέσα στο σπίτι της και ο σύζυγός της αναλαμβάνει να βρει μόνος του τον ένοχο, βιώνοντας έναν αναπάντεχο παραλληλισμό για τον οποίο βέβαια δεν είναι έτοιμος.

Η νέα ταινία του Ασγκάρ Φαραντί, «Ο Εμποράκος» (The Salesman / Forushande - 2016), πραγματοποίησε την παγκόσμια πρεμιέρα της στο επίσημο διαγωνιστικό τμήμα του 69ου Διεθνούς Κινηματογραφικού Φεστιβάλ των Καννών, όπου και τιμήθηκε με το Βραβείο Ά Ανδρικού Ρόλου (για την ερμηνεία του Σαχάμπ Χοσεϊνί / Shahab Hosseini), αλλά και με το Βραβείο Σεναρίου, που απονεμήθηκε στον Ασγκάρ Φαραντί (Asghar Farhadi )
Τιμήθηκε επίσης με το βραβείο Όσκαρ ξενόγλωσσης ταινίας 2017

«Είμαι χαρούμενος που έδωσα λίγη χαρά στους δικούς μου απόψε. Ξέρω ότι ο κύριος Φαραντί το έχει κάνει πολλές φορές και είμαι χαρά για μένα να είμαι δίπλα του απόψε.» - Σαχάμπ Χοσεϊνί
«Για μένα το σενάριο και η υποκριτική είναι οι δύο πλευρές του να κάνεις σινεμά. Έτσι δουλεύω. Αρχίζω την σκηνοθεσία από τη στιγμή που γράφω το σενάριο. Αυτός είναι καλύτερος ορισμός που δίνω για τον κινηματογράφο.» - Ασγκάρ Φαραντί  Πηγη tvxs.gr