Κυριακή, 15 Ιανουαρίου 2017

Το Δικαστήριο


ΠΡΟΒΑΛΛΕΤΑΙ ΤΗΝ ΠΕΜΠΤΗ 19 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ ΩΡΑ 21.00 
ΣΤΟ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΠΡΕΒΕΖΑΣ


cinefreaks.gr

Το “Δικαστήριο” είναι η πολυβραβευμένη και ιδιότυπη ταινία – ντεμπούτο του νέου Ινδού σκηνοθέτη Chaitanya Tamhane. Η ιστορία διαδραματίζεται στην πόλη Mumbai, ενώ ανιχνεύει τις παθογένειες του δικαστικού θεσμού στην Ινδία και όχι μόνο. Με αφορμή τη σύλληψη ενός μεσήλικα τραγουδοποιού για παρακίνηση σε αυτοκτονία ενός εργάτη του αποχετευτικού δικτύου, εξετάζεται αφενός το κοινωνικοπολιτικό σύστημα της Ινδίας που καθρεφτίζεται στην ακροαματική διαδικασία την οποία παρακολουθούμε κατά τη διάρκεια της ταινίας και αφετέρου η προσωπική ζωή όλων των μετεχόντων σε αυτήν τη διαδικασία, δηλαδή των ατόμων εκείνων, που, εκτός δικαστικής αίθουσας μεταμορφώνονται και γίνονται απλοί άνθρωποι όπως όλοι μας, ενώ εντός της αίθουσας ανταποκρίνονται επιμελώς στο συχνά απάνθρωπο ρόλο που καλούνται να διαδραματίσουν ως γρανάζια μιας κρατικής μηχανής. Το “Δικαστήριο” δεν είναι ένα απλό δικαστικό δράμα. Είναι μια νατουραλιστική απεικόνιση της αδιαφορίας για δικαιοσύνη και της λατρείας της διεκπεραιωτικότητας εκ μέρους της σύγχρονης κοινωνίας σε παγκόσμιο και όχι μόνο ινδικό επίπεδο.
Χρησιμοποιώντας αποστασιοποιημένο και αντικειμενικό βλέμμα, ο σκηνοθέτης μας εισάγει τον ήρωά του, ο οποίος, αν και δεν παρουσιάζει κάποιο από τα συνήθη “ηρωικά” κλισέ, δημιουργεί από την αρχή εντύπωση. Ο Narayan Kamble είναι ένας εξηντάρης δάσκαλος, τραγουδιστής και συνθέτης επαναστατικών τραγουδιών και εν γένει πολιτικός ακτιβιστής, που έχει απασχολήσει κατά καιρούς την ινδική δικαιοσύνη κυρίως εξαιτίας της δριμείας κριτικής που ασκεί μέσα από τη δράση του κατά των ανισοτήτων και των κοινωνικών αδικιών που βρίσκονται σε έξαρση στη σύγχρονη Ινδία. Παρακολουθούμε τη συναυλία του να σταματάει βίαια από την αστυνομία, με τη δικαιολογία ότι ο ίδιος και η ομάδα του ευθύνονται για την αυτοκτονία ενός Ινδού εργάτη, ο οποίος σκοτώθηκε κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες πριν δυο μέρες, ύστερα από συναυλία που οι ίδιοι είχαν δώσει σε προηγούμενη πόλη. Πολύ σύντομα γίνεται φανερό ότι οι κατηγορίες δεν ευσταθούν και ότι η δίκη είναι σχεδόν “στημένη” μόνο και μόνο επειδή ο Narayan Kamble είναι στη “μαύρη λίστα” της ινδικής αστυνομίας, αφού η προσπάθειά του να αφυπνίσει τον ινδικό λαό σχετικά με τις άθλιες συνθήκες διαβίωσης που οι περισσότεροι ανέχονται, είναι εξαιρετικά “ενοχλητική” για όσους έχουν συμφέρον να διατηρηθεί η παρούσα κατάσταση “ως έχει” και να αποφευχθούν οι όποιες “επικίνδυνες” ανατροπές. Μέσα από μια μακροσκελή διαδικασία, που θυμίζει σε τρομακτικά πολλά στοιχεία την αντίστοιχη ελληνική, βλέπουμε το συνήγορο του ήρωα να προσπαθεί να αμυνθεί αποκαθιστώντας την αλήθεια και αποδεικνύοντας ότι ο πελάτης του δεν είναι “ελέφαντας”.
Αυτό που ο σκηνοθέτης προσπαθεί να περάσει στο θεατή μέσα από τις σκηνές στο Δικαστήριο, είναι η αφόρητη σχετικότητα της δικαιοσύνης με πλείστους όσους παράγοντες. Το δίκαιο φαίνεται να είναι πολύ μακριά από το νομοθετικό σύστημα και οι δικαστικές διαδικασίες δεν έχουν σκοπό να αποδώσουν δικαιοσύνη, αλλά απλώς να εφαρμόσουν το νόμο. Ο τρόπος που η ταινία επικεντρώνεται στις συνεχείς αναβολές, στην εμμονή των δικαστών στις τυπικές λεπτομέρειες, στην ευκολία με την οποία επιβάλλονται υπέρογκα ποσά προστίμων ακόμα και σε πάμφτωχους μικρο-παραβάτες, θέλει να υπογραμμίσει πως τελικά το Δικαστήριο δεν είναι παρά μια αίθουσα, όπου κάποιοι επαγγελματίες προσπαθούν να κάνουν τη δουλειά τους, με τη μεγαλύτερη δυνατή πίστη στην παντοδύναμη ρουτίνα τους. Το Δίκαιο είναι ένα σύνολο νόμων, οι εφαρμοστές του είναι απλοί κρατικοί υπάλληλοι και οι πολίτες είναι μόνον αριθμοί υποθέσεων. Κι όλα αυτά μέχρι να ολοκληρωθεί το προκαθορισμένο ωράριο. Καμία πάλη, καμία υπέρβαση, κανένας ηρωισμός, καμία ιδέα. Το Δικαστήριο είναι, δυστυχώς, ένας χώρος εργασίας όπως τόσοι και τόσοι άλλοι.
Μάλιστα, για να τονιστεί ακόμα περισσότερο η ιδέα αυτή, ο σκηνοθέτης κάνει ίσως την ευφυέστερη επιλογή του απ’ ότι σε όλη την υπόλοιπη ταινία: μας δείχνει τις ζωές των ηρώων και έξω από το Δικαστήριο. Απομυθοποίηση τώρα. Ο συνήγορος του Narayan Kamble είναι ένας απλός νέος, που του τη λένε οι γονείς του στο κυριακάτικο οικογενειακό τραπέζι κατηγορώντας τον ότι είναι μόνος και δεν τους έχει παρουσιάσει καμία “νύφη” ακόμα, ο σκληρός και “παντοδύναμος” δικαστής είναι ένας συμπαθής ηλικιωμένος κύριος που τα σαββατοκύριακα πηγαίνει εκδρομές στη θάλασσα με συνομηλίκους του και πέφτει θύμα των αστείων μιας ομάδας “βρωμόπαιδων”, ενώ η αντιπαθέστατη και απάνθρωπη αντίδικος είναι μάνα δύο παιδιών που φτύνει αίμα για να τα αναθρέψει.
Αυτή η πραγματικά ρηξικέλευθη και νεωτερική ματιά στο είδος του δικαστικού δράματος, σε συνδυασμό με τις εξαιρετικά φυσικές ερμηνείες, το άκρως ρεαλιστικό σενάριο και την απολύτως αντικειμενική – σχεδόν ντοκιμαντερίστικη – σκηνοθεσία, συνθέτουν μια ταινία πρωτοποριακή για τα δεδομένα της, που αλλάζει τον τρόπο που σκεφτόμαστε και βλέπουμε τις ταινίες αυτού του είδους. Σε κάποια σημεία βέβαια, το γεγονός ότι η ταινία δεν παίρνει ξεκάθαρη θέση, δυσκολεύει αρκετά τον θεατή να ταυτιστεί με την μία ή την άλλη πλευρά, με κίνδυνο να θεωρηθεί άνευρη ή κενή πάθους. Ωστόσο, όσο κι αν μας ξενίζει, δεν μπορούμε να μην παραδεχτούμε την καινοτόμα ματιά του Chaitanya Tamhane, που κατορθώνει να τηρεί μια ακραία δίκαιη στάση σε μια ταινία που αρθρώνεται πάνω στον άξονα της ανεπάρκειας της δικαιοσύνης.  

Δευτέρα, 9 Ιανουαρίου 2017

Η ελιά


ΠΡΟΒΑΛΛΕΤΑΙ ΤΗΝ ΠΕΜΠΤΗ 12 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ ΩΡΑ 21.00 
ΣΤΟ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΠΡΕΒΕΖΑΣ

Νίκος Ρέντζος/cine.gr

Σε έναν κόσμο που μαστίζεται από οικονομικά προβλήματα, σε έναν κόσμο που κάθε ιδανικό, κάθε αξία τείνει να γονατίσει μπροστά στην ανάγκη για οικονομική επιβίωση, Η Ελιά, με ή χωρίς τους συμβολισμούς που την ακολουθούν εδώ και αιώνες, έρχεται να μας θυμίσει μερικά απλά πράγματα, που τείνουμε να ξεχάσουμε. 

Χωρίς να είναι κάτι περισσότερο από μια απλή στη γραφή της δραματική -με κωμικά στοιχεία- ταινία του ευρωπαϊκού κινηματογράφου, η Ελιά, της Ισιάρ Μπολαΐν, καταφέρνει χωρίς φανφάρες να πει αυτά που θέλει να πει. Με κέντρο το υπεραιωνόβιο δέντρο, μιλά για την οικογένεια, για την οικονομική κρίση, για την αξιοπρέπεια, την ιστορία. Σύμβολο δόξας, αθανασίας, αλλά και γαλήνης της ψυχής, από τα χρόνια της Αρχαίας Ελλάδας, η ελιά που ξεριζώνεται από το χωράφι της οικογένειας, εκεί όπου έστεκε δύο χιλιάδες χρόνια, δίνει αφορμή σε μια οικογένεια να δεθεί ξανά και να αφήσει κατά μέρους τα όποια λάθη τους χώριζαν στο παρελθόν. Δίνει επίσης αφορμή και σε εμάς να συγκινηθούμε, να χαμογελάσουμε, να θυμώσουμε, να συγκινηθούμε ξανά και να χαμογελάσουμε ξανά, ακριβώς με αυτή τη σειρά κατά την προβολή της ταινίας. 

Η στιγμή του ξεριζώματος της ελιάς είναι άκρως συγκινητική, με τη μικρή Άλμα να κατανοεί την αξία που έχει για τον παππού της το δέντρο, ενώ το ίδιο συγκινητική είναι η δεύτερη φορά που, η μεγαλύτερη πια Άλμα, ανεβαίνει στην ελιά. Και τις δύο φορές, η Άλμα διεκδικεί το παρελθόν αλλά και το μέλλον, το δικό της και της οικογένειάς της, ενώ η επιστροφή (spoiler, αλλά δεν θεωρώ ότι έχει ιδιαίτερη σημασία) στην πατρίδα με το κλαδί ελιάς δεν θα μπορούσε να είναι περισσότερο συμβολική. 

Το φιλμ της Μπολαΐν δεν επιχειρεί να καμουφλαριστεί με το κοστούμι της σοβαροφάνειας που επιλέγει πολλές φορές το ευρωπαϊκό σινεμά, ούτε θέλει ποτέ να γίνει κάτι παραπάνω από ένα λιτό κινηματογραφικό δημιούργημα, που έχει όμως ψυχή και γεννά συναισθήματα στον θεατή. Δεν είναι βαρύ, πεσιμιστικό, αλλά διατηρεί το χιούμορ του σε όλη τη διάρκειά του και είναι φανερή η διάθεση της δημιουργού, μέσα από όλο αυτό το ταξίδι των πρωταγωνιστών, να μας γεμίσει εντέλει ελπίδα, ακόμα και μέσα από τραγικά γεγονότα. 

Η ερμηνεία της Άννα Καστίγιο είναι η πιο συναισθηματική της ταινίας, ενώ δίπλα της, στον ρόλο του θείου της, είναι ο πολύ καλός Χαβιέ Γκουτιέρεζ. Ο Γκουτιέρεζ είναι αυτός που μπορεί να κινείται με μεγάλη ευκολία ανάμεσα στο δράμα και την κωμωδία, καταφέρνοντας πολλές φορές να συνδυάζει και τα δύο ταυτόχρονα, δίνοντάς μας έναν πολύ ανθρώπινο χαρακτήρα. 

Μπορεί να μη μιλάμε για ένα σύγχρονο αριστούργημα του ισπανικού κινηματογράφου, μπορεί να έχουμε να κάνουμε με ένα φιλμ που φέρει ατέλειες, ωστόσο έχουμε να κάνουμε με ένα φιλμ που μιλάει κατευθείαν στην καρδιά. Ήπιοι τόνοι, μικρές δόσεις χιούμορ, μεγάλες δόσεις συναισθημάτων. Ένα αξιοπρεπές ανθρώπινο δράμα που ζει και κινείται σε αυτόν τον κόσμο, τον αληθινό. Εκεί μέσα, κάπου μπορείς να βρεις και σένα.



Σάββατο, 24 Δεκεμβρίου 2016

ΜΙΑ ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΤΗΣ ΣΟΥΗΔΙΚΗΣ ΠΡΕΣΒΕΙΑΣ ΣΕ ΠΡΩΤΗ ΠΡΟΒΟΛΗ ΓΙΑ ΤΙΣ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΛΕΣΧΕΣ


ΣΕ ΠΡΩΤΗ ΠΡΟΒΟΛΗ ΓΙΑ ΤΙΣ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΛΕΣΧΕΣ
Η ΣΟΥΗΔΙΚΗ ΠΡΕΣΒΕΙΑ ΣΕ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ ΜΕ ΤΗΝ ΟΚΛΕ
ΠΡΟΣΦΕΡΕΙ  ΔΩΡΕΑΝ  ΔΥΟ ΣΥΓΧΡΟΝΕΣ ΤΑΙΝΙΕΣ

1. ΤΗΝ ΠΕΜΠΤΗ 29 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 2016 ΩΡΑ 9.00 Μ.Μ.
ΣΤΟ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΠΡΕΒΕΖΑΣ
Η ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΙΚΗ ΛΕΣΧΗ ΠΡΕΒΕΖΑΣ ΠΡΟΒΑΛΛΕΙ

Η ΝΕΑΡΗ ΣΟΦΙ ΜΠΕΛ


Μετά το λύκειο αρχίζει η συναρπαστική ζωή! Αυτό πιστεύουν οι καλύτερες φίλες Σοφί και Άλις. Τι κρύβεται όμως στον “πραγματικό” κόσμο; Ένα προγραμματισμένο ταξίδι στο Βερολίνο θα φέρει ανατροπές που δεν έχουν αναγνωριστεί στα παιδικά και εφηβικά χρόνια των κοριτσιών. Η εξαφάνιση της Άλις κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες δίνει νέα τροπή στις εξελίξεις.


2. ΤΗΝ ΠΕΜΠΤΗ 5 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 2017 ΩΡΑ 9.00 Μ.Μ.
ΣΤΟ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΠΡΕΒΕΖΑΣ
Η ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΙΚΗ ΛΕΣΧΗ ΠΡΕΒΕΖΑΣ ΠΡΟΒΑΛΛΕΙ

UNDERDOG


Η νεαρή Dino ονειρεύεται μια διαφορετική ζωή. Όπως εκατοντάδες χιλιάδες νέοι σουηδοί άνεργοι, αφήνει την ζωή της Σουηδίας αναζητώντας την τύχη της στη νεόπλουτη πόλη του Όσλο. H νέα της ζωή βρίσκεται όμως σε αδιέξοδο με ανατροφοδότηση προσωρινών θέσεων εργασίας, έλλειψη χρημάτων και σκληρά πάρτι. Όταν σπάει το χέρι της, καταλήγει ως οικονόμος σε μια νορβηγική οικογένεια μεσαίας τάξης, σε μια ζωή πολύ διαφορετική από τη δική της. Στο διάστημα μερικών εβδομάδων βρίσκεται στη μέση ενός τριγωνικού δράματος, ενός παιχνιδιού εξουσίας που κανείς δεν περίμενε.

ΕΙΣΟΔΟΣ ΕΛΕΥΘΕΡΗ
ΜΕ ΕΘΕΛΟΝΤΙΚΗ ΣΥΝΕΙΣΦΟΡΑ

Σάββατο, 17 Δεκεμβρίου 2016

ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ


ΟΣΚΑΡ ΚΑΛΥΤΕΡΟΥ ΠΡΩΤΟΥ ΓΥΝΑΙΚΕΙΟΥ ΡΟΛΟΥ
ΜΠΡΙ ΛΑΡΣΟΝ 

ΠΡΟΒΑΛΛΕΤΑΙ 22 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 2016 ΩΡΑ 21.00
ΣΤΟ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΠΡΕΒΕΖΑΣ 

του Λένι Άμπραχαμσον
με τους Μπρι Λάρσον, Τζέικομπ Τρέμπλεϊ, Μέγκαν Παρκ, Γουίλιαμ Μέισι, Τζόαν Άλεν

Υπόθεση:
Ο Τζακ είναι ένα ζωηρό πεντάχρονο αγόρι που ζει με τη Μαμά του. Εκείνη τον φροντίζει, τον προστατεύει, παίζει μαζί του και του διηγείται ιστορίες. Κάθε άλλο παρά φυσιολογική είναι όμως η ζωή τους, καθώς ζουν σε ένα μικρό χώρο χωρίς παράθυρα – το Δωμάτιο. Η Μαμά έχει δημιουργήσει έναν ολόκληρο κόσμο μέσα σε αυτά τα δέκα τετραγωνικά για το Τζακ. Όσο η περιέργεια του μικρού αγοριού όμως μεγαλώνει, τόσο πιο εύθραυστη γίνεται εκείνη. Μαζί θα προσπαθήσουν να αποδράσουν για να έρθουν αντιμέτωποι με κάτι ακόμη πιο τρομακτικό: τον αληθινό κόσμο.

ΚΡΙΤΙΚΗ από τον Άγγελο Πολύδωρο-myfilm.gr

Σε πρώτο επίπεδο, νομίζεις ότι έχεις μπροστά σου ένα κλειστοφοβικό θρίλερ, στο οποίο μια μητέρα και ένα παιδί προσπαθούν να επιβιώσουν, χωρίς να ξέρεις τους λόγους που βρίσκονται εκεί. Παρακολουθείς καταστάσεις και ακούς την αφήγηση του παιδιού, το οποίο θεωρεί ότι αυτός είναι ο Κόσμος, αφού εκεί μεγάλωσε και δεν έχει ιδέα τι συμβαίνει «έξω». Δεν έχει ιδέα επίσης, τι σημαίνει αυτός ο Κόσμος στη μητέρα του. Δεν τον αντιλαμβάνεται σαν φυλακή και αυτό είναι οδυνηρό για εκείνη, που θα ήθελε κάποιον «να την καταλαβαίνει».
Κάποια στιγμή, το «έξω» διαμορφώνεται από μια αντρική φωνή, ενός ανθρώπου που φροντίζει ώστε να φτάνουν στο Δωμάτιο, κάποια αγαθά απαραίτητα για την επιβίωση μάνας και γιου, οπότε το θρίλερ αποκτά άλλο ένα στοιχείο. Το μυστήριο. Στο «γιατί» και στο «πως» της κατάστασης, για την οποία η μητέρα αρχίζει να δείχνει ότι θέλει να την τελειώσει, αλλά δεν έχει την ευκαιρία.
Σε δεύτερο επίπεδο, έχουμε μια ιστορία για την αγάπη μεταξύ μάνας και παιδιού, κάτω από οποιεσδήποτε αντίξοες και επί του προκειμένου οδυνηρές συνθήκες. Μια αγάπη ολοκληρωμένη και αδιαπραγμάτευτη. Η Μαμά ξέρει ότι είναι φυλακισμένοι, αλλά δεν θέλει να τρομάξει το γιο της. Τον φροντίζει, τον μεγαλώνει και τον μορφώνει, τον διαμορφώνει, μέσα στο υπάρχον πλαίσιο, στα έντεκα τετραγωνικά του ιδιόμορφου αυτού σπιτιού, με τρόπο ώστε εάν μπορέσει κάποια στιγμή και βρει την ευκαιρία, να τον βοηθήσει να αποδράσει. Και η στιγμή αυτή, δεν θα αργήσει, στο χρόνο της ταινίας, διότι για τη μητέρα έχουν περάσει επτά χρόνια στο Δωμάτιο, όσο και η ηλικία του γιού της, που πλέον έχει αρχίσει να ενδιαφέρεται για το τι υπάρχει «εκεί έξω και πέρα από το φεγγίτη στο ταβάνι».

Ο Λένι Άμπραμσον χτίζει καρέ-καρέ την ιστορία που παρέλαβε από τη συγγραφέα Έμα Ντόναχιου (το βιβλίο κυκλοφορεί στην Ελλάδα από τις εκδόσεις Ψυχογιός) και με ιδιαίτερη ευαισθησία, δίνοντας την ευκαιρία στην Μπρι Λάρσον (Μαμά) να αναπτύξει ένα τεράστιο ταλέντο, αλλά και στον (εννιάχρονο) Τζέικομπ Τρέμπλεϊ να συγκινήσει το θεατή με τη στάση και τον τρόπο που αντιμετωπίζει το «θαυμαστό καινούργιο κόσμο» που ανοίγεται μπροστά του, μετά την απόδρασή του και την προσπάθεια ένταξης. Έναν κόσμο «επιστημονικής φαντασίας» γι' αυτόν. Με επιστήμονες για την ιατρική και ψυχολογική υποστήριξη, αλλά και άλλους: αστυνομία, πρόνοια, δημοσιογράφους έντυπου και ηλεκτρονικού τύπου και τέλος συγγενείς (πολύ καλοί οι Γουίλιαμ Μέισι και Τζόαν Άλεν ως παππούς και γιαγιά).
Εξαιρετική ταινία.

Κυριακή, 11 Δεκεμβρίου 2016

Ο ηλίθιος


ΠΡΟΒΑΛΛΕΤΑΙ ΤΗΝ ΠΕΜΠΤΗ 15 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 2017 ΩΡΑ 21.00
ΣΤΟ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΠΡΕΒΕΖΑΣ

  • ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ Γιούρι Μπίκοφ 
  • ΗΘΟΠΟΙΟΙ Αρτιόμ Μπίστροφ, Ναταλία Σούρκοβα, Μπόρις Νεβζόροφ
«Μπορεί η ηθική ενός τίμιου άνδρα να αλλάξει μια διεφθαρμένη κοινωνία ή θα τον πουν ηλίθιο»;
Η βραβευμένη ταινία του Ρώσου Γιούρι Μπίκοφ πραγματοποίησε την παγκόσμια πρεμιέρα της στο Φεστιβάλ του Λοκάρνο αποσπώντας το Βραβείο Ανδρικής Ερμηνείας για τον πρωταγωνιστή Αρτέμ Μπιστρόφ, το Βραβείο Ανθρωπισμού από την Οικουμενική Επιτροπή καθώς και το Βραβείο Καλύτερης Ταινίας από την Επιτροπή Νεότητας, και συνέχισε τη φεστιβαλική της πορεία κατακτώντας κι άλλες διακρίσεις. 
Ένας υδραυλικός, ο αθώος και ιδεαλιστής Ντίμα αφιερώνει τον ελεύθερο χρόνο του μελετώντας για να γίνει μηχανικός. Ένα βράδυ πηγαίνοντας σε μια εργατική πολυκατοικία για μια διαρροή αντιλαμβάνεται ότι το πολυώροφο κτίριο όπου στοιβάζονται δεκάδες οικογένειες  πρέπει να εκκενωθεί γιατί υπάρχει άμεσος κίνδυνος να καταρρεύσει. Τρέχει να ειδοποιήσει τη δήμαρχο και τις δημοτικές αρχές, όμως καταλαβαίνει ότι τα πράγματα δεν είναι όπως φαίνονται. Ο Ντίμα περνάει όλη τη νύχτα κυνηγώντας τους διεφθαρμένους τοπικούς αξιωματούχους σε μια απεγνωσμένη προσπάθεια να σώσει εκείνους που η καλή κοινωνία έχει αποφασίσει να ξεχάσει.
Η δεύτερη μεγάλου μήκους του Γιούρι Μπίκοφ τον καθιερώνει ως ένα από τα μεγάλα νέα ονόματα του Ρωσικού, αλλά και του παγκόσμιου σινεμά, σε ένα σκληρό δράμα με πολιτικές αιχμές, γεμάτο ανατροπές που καθηλώνουν μέχρι το τελευταίο λεπτό. Αξίζει να σημειωθεί ότι παρόλο που η ταινία έχει εν μέρει χρηματοδοτηθεί από το Υπουργείο Πολιτισμού της Ρωσίας ο σκηνοθέτης δεν κάνει κανένα συμβιβασμό ως προς την απεικόνιση της πατρίδας του. Ο ίδιος ο Ρώσος Υπουργός Πολιτισμού έχει ξεκαθαρίσει ότι μετά από ταινίες όπως Ο Ηλίθιος και το Λεβιάθαν θα σταματήσει να χρηματοδοτεί σχέδια παραγωγής που παρουσιάζουν αρνητική εικόνα για τη Ρωσία.
Όπως αναφέρει ο σκηνοθέτης: «Είχα αυτή την ξεκάθαρη ιδέα να κάνω μια ταινία για έναν απλό υδραυλικό, έναν συνηθισμένο άνθρωπο ενάντια σε όλο το σύστημα της γραφειοκρατίας. Είναι ζήτημα ζωής και θανάτου: οι ζωές 800 ανθρώπων, οι οποίοι ζουν σε μια παλιά εργατική πολυκατοικία που ενδέχεται να καταρρεύσει μέσα σε μια νύχτα, κινδυνεύουν.  Ο τίτλος της ταινίας Ο Ηλίθιος αναφέρεται στην άποψη που έχουν οι άλλοι για τον πρωταγωνιστή και τις πράξεις του και όχι φυσικά για τις ικανότητες του. Είναι ένας απόλυτα λογικός και σοβαρός άνθρωπος σε ένα παράλογο κόσμο. Όταν η «μάχη» ξεκινάει οι περισσότεροι ήρωες αντιδρούν σύμφωνα με τα φυσικά τους ένστικτα: να μείνουν ζωντανοί, να διατηρήσουν την ησυχία τους και τον τρόπο ζωής τους. Ξαφνικά σε αυτή τη μάχη εμφανίζεται ένας στρατιώτης με ένα συγκεκριμένο κώδικα, τη συνείδηση του. Τέτοιοι άνθρωποι είναι σπάνιοι σήμερα. Τους αποκαλούμε ρομαντικούς, αλτρουιστές, ιδεαλιστές ή απλά ανόητους και «ηλίθιους» για να δείξουμε ότι δεν συμπεριφέρονται νορμάλ, σε μια εποχή που ο κυνισμός, ο φόβος και η αδιαφορία κυριαρχούν. Τέτοιοι «ηλίθιοι» υπάρχουν ακόμα στη χώρα μου και αυτό μου δίνει ελπίδα».  
ΠΗΓΗ: DANAOSCINEMA

Τρίτη, 6 Δεκεμβρίου 2016

Οι ατίθασες

ΠΡΟΒΑΛΛΕΤΑΙ ΤΗΝ ΠΕΜΠΤΗ 8 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 2016 ΩΡΑ 9.00 Μ.Μ.
ΣΤΟ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΠΡΕΒΕΖΑΣ

  • Παραγωγή: Τσαρλς Γκίλιμπερτ (Τουρκία, Γαλλία, Κατάρ, Γερμανία)  2015, Εγχρωμο Διάρκεια: 97 λεπτά
  • Σκηνοθεσία: Ντενίζ Γκαμζέ Εργκιουβέν
  • Φωτογραφία: Νταβίντ Σιζαλέτ, Ερσίν Γκοκ
  • Μοντάζ: Ματίλντε Βαν Ντε Μούρτελ
  • Μουσική: Γουόρεν Ελις
  • Πρωταγωνιστούν: Γκιουνές Σενσόι, Ελίτ Ισκάν, Ντογκά Σεϊνέπ Ντογκούσλου, Τουγκμπά Σουκούρονγλου, Ιλάιντα Ακτογκάν, Νιχάλ Κολντάς

  • Γράφει η Πόλυ Λυκούργου-Flix
Πέντε έφηβα κορίτσια ζουν στο πατρικό τους σπίτι στην παραλιακή τους κωμόπολη στη Μαύρη Θάλασσα. Χιλιάδες μίλια μακριά από την Κωνσταντινούπολη και, θαρρείς, χιλιάδες χρόνια από την οποιαδήποτε γυναικεία χειραφέτηση. Δεν γνωρίζεις σε ποια εποχή βρίσκεσαι, μέχρι που κάποια αυτοκίνητα, ή ρούχα, ή ποπ αναφορές το προδίδουν. Οχι, δεν είσαι 50 χρόνια πίσω. Είσαι απλά κολλημένος στο χρόνο, στα ταμπού και σε μία εγκλωβιστική πατριαρχική κοινωνία. Oι γονείς τους έχουν πεθάνει και οι πέντε αδελφές μεγαλώνουν με την γιαγιά-Κέρβερο, που τις τιμωρεί για οτιδήποτε θα μπορούσε να κουτσομπολέψει η γειτονιά, κι έναν βίαιο θείο που απειλεί και σηκώνει χέρι αν υποψιαστεί ότι «έχουν λερώσει την τιμή τους». Τα κορίτσια όμως έχουν αντιστάσεις: με τα μακριά μαύρα τους μαλλιά να ανεμίζουν, όμορφες σαν τα χρόνια της νότης τους, γελούν, πειράζονται, χορεύουν, ερωτεύονται, ζουν ανέμελα τις πρώτες μέρες ενός ζεστού, ηλιόλουστου καλοκαιριού. Μέχρι που ανήσυχη γιαγιά και ανυπόμονος θείος σκέφτονται την τέλεια λύση: ξεκινώνοντας από τις μεγάλες, να τις παντρέψουν με προξενιό. Μία βίαιη διαδικασία «ξεφορτώματος» ξεκινά. Πώς μπορούν να αντισταθούν; Πώς σπάει το χαλινάρι αιώνων από τη ράχη σου; Πώς μπορείς να τρέξεις ελεύθερη, μακριά;
Η Ντενίζ Γκαμζέ Εργκιουβέν, μαζί με την συνεργάτιδά της στο σενάριο Αλις Γουίνοκουρ («Maryland»), ενδιαφέρονται για αυτό ακριβώς: τη γυναικεία αντίσταση. Μπορεί να ξεκινούν την ταινία ως ανάλαφρη κομεντί (μοιάζει με κωμικό κομμάτι της γυναικείας σου εφηβικής μνήμης ότι σε τσάκωσαν να φιλιέσαι με ένα αγόρι και σε τιμώρησαν), σταδιακά όμως η απελπισία, η αδικία, το αδιέξοδο του να έχεις γεννηθεί κορίτσι σε χώρες που δεν σου επιτρέπεται η επιλογή του μέλλοντός σου, μεταμορφώνει τους τόνους σε δράμα και, σε στιγμές, σε θρίλερ απόδρασης κι επιβίωσης.
Τα πρωτοεμφανιζόμενα κορίτσια που κρατούν τους βασικούς ρόλους χειρίζονται την σύνθετη φύση της γυναικείας εφηβείας και την πολυπλοκότητα των μηνυμάτων με χάρη και αβίαστη φυσικότητα. Μακό εσώρουχα, γάργαρα γέλια, ζουμερή ατσαλάκωτη σάρκα - η Εργκιουνέν τις κινηματογραφεί με τον νατουραλισμό των αγριμιών στο φυσικό τους περιβάλλον. Αγρια, πολύτιμα άλογα που τα κρατούμε παρά φύσει φυλακισμένα. Η χημεία και το δέσιμό τους θυμίζει τις «Αυτόχειρες Παρθένες» της Σοφία Κόπολα - μία σφιχτά αγκαλιασμένη συμμορία αδελφών που μοιάζει να τους δένει κάτι ακόμα μεγαλύτερο κι από το DNA τους - ο τρόμος επιβίωσης ενός άδικου ενήλικου κόσμου.
Μόνο που όταν ο κινηματογραφικός (κοινωνικός, πολιτικός) φακός κοιτά τα Βαλκάνια και την Ανατολή, η αποτύπωση αυτής της αδικίας είναι μία πολύ πιο δύσκολη υπόθεση. Γιατί βρίσκει βαθιά ριζωμένες στη συλλογική συνείδηση του θεατή, αποδεκτές παραδόσεις αιώνων και ηθικές αντιλήψεις ακλόνητες. Είναι πολύ πιο μπερδεμένο να δείξεις την σκληρή μοίρα που έχουν αποδεχθεί γενιές γυναικών, όταν αυτή επιβάλλεται στα κορίτσια από τις ίδιες τις γυναίκες κι μετονομάζεται «έθιμο». Είναι αστείο (;) να εισβάλλουν στο σπίτι όλες οι γειτόνισσες που μαρτύρησαν τους έρωτές σου, για να σε ντύσουν τώρα νύφη ή να σου μάθουν παραδοσιακά γεμιστά για να εντυπωσιάσεις το σόι του γαμπρού. Και κάπου σταματά να είναι αστείο.
Στο σκηνοθετικό της ντεμπούτο που έκανε πρεμιέρα στο Δεκεπενθήμερο των Καννών, η Εργκιουβέν, παρόλες τις κάποιες ευκολίες στην (σαν παλιό σινεμά) κωμωδία, την αισθητική καλλιγραφίας και το λυρισμό της, επιτυγχάνει να παρασύρει το κοινό σ' έναν σύγχρονο, απαραίτητο, φεμινιστικό διάλογο. Θα προτιμούσαμε την ταινία λίγο πιο έντιμη: όχι τόσο χαριτωμένη, πιο νατουραλιστική, χωρίς διακοσμητικές επιδερμίδες. Γνωρίζοντας όμως ότι η λέξη «φεμινισμός» τρομάζει, ίσως η Εργκιουβέν να το κάνει επίτηδες: για να μην αποτρέψει γυναίκες και άντρες από το θέμα της, προτιμά να πετάξει το λάσο της δραμεντί και να μας αιχμαλωτίσει στη γοητεία της εικόνας της, αλλάζοντας σταδιακά το ύφος της ταινίας η οποία μεταμορφώνεται μπροστά στα μάτια μας, αιφνιδιάζει, προβληματίζει και δίνει τον σωστό τόνο σε αυτή την αναγκαία κουβέντα.

Τρίτη, 29 Νοεμβρίου 2016

Το μεγάλο σορτάρισμα


ΠΡΟΒΑΛΛΕΤΑΙ ΤΗΝ ΠΕΜΠΤΗ 1 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ ΩΡΑ 9.00Μ.Μ.
ΣΤΟ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΠΡΕΒΕΖΑΣ

Παραγωγή: Αμερικάνικη Σκηνοθεσία: Ανταμ ΜακΚέι
Πρωταγωνιστούν: Κρίστιαν Μπέιλ, Στιβ Καρέλ, Ράιαν Γκόσλινγκ, Μπραντ Πιτ

περίληψη
Ο Κρίστιαν Μπέιλ, ο Στιβ Καρέλ, o Μπραντ Πιτ κι ο Ράιαν Γκόσλινγκ υπό τις σκηνοθετικές οδηγίες του Aνταμ ΜακΚέι, συμπράττουν σε μια σπονδυλωτή ταινία που γυρίζει πίσω στις αρχές της οικονομικής κρίσης στα τέλη του 2008, και με πολύ χιούμορ, αναπτύσσει τους ιδιόμορφους αυτούς χαρακτήρες που, ενώ όλοι αγόραζαν σαν τρελοί, εκείνοι σόρταραν - πόνταραν δηλαδή στην πτώση της αξίας συγκεκριμένων τίτλων.
υπόθεση
Στα τέλη του 2008 έσκασε η φούσκα της αμερικάνικης κτηματαγοράς. Οι τιμές των σπιτιών, που είχαν εκτιναχθεί σε δυσθεώρητα ύψη, κατέρρευσαν μέσα σε ελάχιστους μήνες. Μαζί τους συμπαρέσυραν και την παγκόσμια οικονομία, οδηγώντας στη χειρότερη κρίση των τελευταίων 80 ετών που παρέσυρε στο διάβα της, κυβερνήσεις και υπόγειες διασυνδέσεις. Τέσσερις outsiders μικροεπενδυτές (ένας αθυρόστομος αναλυτής, ένας αντικοινωνικός γιατρός με ταλέντο στα μακροοικονομικά, δυο πιτσιρικάδες μικροεπενδυτές που έστησαν επενδυτικό κεφάλαιο στο γκαράζ του σπιτιού τους κι ένας τραπεζίτης που απλά αξιοποίησε προς ίδιον όφελος μια πληροφορία), διαπιστώνουν αυτό που οι τράπεζες, τα ΜΜΕ και η αμερικανική κυβέρνηση αρνούνταν να δουν, δηλαδή… την επικείμενη κατάρρευση της παγκόσμιας οικονομίας. Έτσι, στο γενικευμένο αυτό, παγκόσμιο «κραχ» υπήρχαν και άτομα που ωφελήθηκαν από αυτό και θησαύρισαν.
Πηγή clickat life,gr

Δευτέρα, 21 Νοεμβρίου 2016

Theeb - Ο λύκος της ερήμου


ΠΡΟΒΑΛΛΕΤΑΙ 24 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 2016 ΩΡΑ 21.00
ΣΤΟ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΠΡΕΒΕΖΑΣ
1916, περίοδος Πρώτου Παγκόσμιου Πολέμου, κάπου στη δυτική Αραβία, στην επικράτεια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Κάποιοι βεδουίνοι, όπως το σόι του μικρού ήρωα της ιστορίας, βιοπορίζονται ως οδηγοί, μεταφέροντας με καμήλες προσκυνητές δια μέσου της ερήμου στη Μέκκα. Κάποιο βράδυ, εμφανίζεται στις σκηνές τους ένας άγγλος στρατιωτικός με έναν άραβα συνοδό, ζητώντας να τον μεταφέρουν σε μια πηγή που βρίσκεται κοντά στις γραμμές τρένου των οθωμανικών υπηρεσιών -προφανώς, πρόκειται για σαμποτάζ στο τρένο. Ο μεγάλος αδελφός Χουσείν συναινεί να τους συνοδεύσει, ενώ ο μικρός, ο Διμπ (= λύκος), παρά την εντολή του αδελφού να μείνει στις σκηνές, με την περιέργεια της παιδικής ηλικίας και τη δίψα για ηρωισμούς, ακολουθεί, αρχικά κρυφά, μέχρι που όταν ανακαλύπτεται, είναι αργά να τον φέρουν πίσω. Όλοι μαζί, θα αντιμετωπίσουν μια σύγκρουση με ένοπλους (ληστές ή αντάρτες;) και ο μικρός Διμπ θα ζήσει μια βίαιη κι απότομη ενηλικίωση που πλάθεται στην επαφή του μ` ένα τραυματία τυχοδιώκτη, κάποτε συνοδό προσκυνητών που πέρασε στην αχρηστία. 

Στην πρώτη του ταινία μεγάλου μήκους, με κεφάλαια από τα Εμιράτα, ο αγγλο-ιορδανός σκηνοθέτης Ναζί Αμπού Ναουάρ μάς εκπλήσσει με μια ιστορία που πίσω απ` τη φαινομενική της απλότητα, κρύβει το ιστορικό δράμα της σύγκρουσης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας με τις δυνάμεις της Δύσης, εν προκειμένω με τα βρετανικά συμφέροντα (γεωπολιτικές ισορροπίες, πετρέλαιο), κρύβει επίσης την πολιτισμική διαταραχή που έχει φέρει στις αραβικές φυλές ο γενικευμένος πόλεμος και η τεχνολογία (το τρένο καταργεί το καραβάνι, παράδοση αιώνων χάνεται, άνθρωποι και φυλές χάνουν τον ρόλο τους, την ταυτότητά τους), ενώ παράλληλα, μελετά τη μύηση ενός παιδιού στον σκληρό ενήλικο κόσμο. Είναι ένα φιλμ που από δω και πέρα το αντιμετωπίζεις ως μέρος δίπτυχου με το «Λόρενς της Αραβίας» του Ντέιβιντ Λιν, και δεν είναι τυχαίο που και ο Λόρενς ξεκίνησε την περιπέτεια του την ίδια χρονιά: το 1916. Το «Λόρενς» είναι το έπος μεγάλης πνοής, το «Theeb» είναι το μικρών διαστάσεων περιστατικό που όμως υπαινίσσεται και ψιθυρίζει τα ίδια θέματα, ίσως με περισσότερη διαλεκτική αποστασιοποίηση. Μεγάλα και μικρά συμφέροντα αποδίδονται ως χορός της πάντα τραγικής ανθρώπινης μοίρας, χωρίς επιλογές στρατοπέδων και διδακτισμό. Ο λιτός δραματικός ρεαλισμός της αφήγησης (μάλιστα ο Ναουάρ χρησιμοποίησε αληθινούς βεδουίνους κι όχι ηθοποιούς), με υποβλητικό σκηνικό ερήμους και βράχια (γυρίστηκε στην Ιορδανία), περιέχει όλα τα επίπεδα ανάλυσης, Ιστορίας και χαρακτήρων. Ο Διμπ έχει να κατεργαστεί τον βεδουίνικο-ισλαμικό ηθικό κώδικα κόντρα στον ρεαλισμό του τυχοδιώκτη και να τολμήσει ακραία δικαιοσύνη μπροστά σε εκπρόσωπο των οθωμανικών αρχών. Τα τελευταία πλάνα με την καμήλα και το τρένο σε βάθος πεδίου προοιωνίζουν την πολιτισμική σύγκρουση που βιώνουμε ακόμα. 
Πηγή:cine.gr

Δευτέρα, 14 Νοεμβρίου 2016

Νοτιάς


ΠΡΟΒΑΛΛΕΤΑΙ ΤΗΝ ΠΕΜΠΤΗ 17 ΝΟΕΜΒΡΗ 2016 ΩΡΑ 21.00
ΣΤΟ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΠΡΕΒΕΖΑΣ

  • Παραγωγή-Σκηνοθεσία-Σενάριο: Τάσος Μπουλμέτης
  • Φωτογραφία: Σίμος Σαρκετζής
  • Μοντάζ: Γιώργος Μαυροψαρίδης
  • Μουσική: Ευανθία Ρεμπούτσικα
  • Πρωταγωνιστούν: Γιάννης Νιάρρος, Μελισσάνθη Μάχουτ, Xαρά Μάτα Γιαννάτου, Θέμης Πάνου, Μαρία Καλλιμάνη, Ταξιάρχης Χάνος, Αργύρης Ξάφης, Ερρίκος Λίτσης, Ομηρος Πουλάκης
  • Διάρκεια: 99 λεπτά
Δεκατρία χρόνια μετά την «Πολίτικη Κουζίνα» ο Τάσος Μπουλμέτης επιστρέφει με μια ταινία προσωπική και μυθική μαζί, φτιαγμένη από τις πιο τρυφερές αλλά και προφητικές μνήμες μιας ολόκληρης χώρας.


ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΟΥ ΜΑΝΩΛΗ ΚΡΑΝΑΚΗ-FLIX.GR

Από τη μέρα που εμφανίζονται στον Σταύρο οι πρώτες ερωτικές ανησυχίες φουντώνει και η επιθυμία του να λέει ιστορίες με ένα δικό του, ανατρεπτικό, τρόπο. Οι ταραχώδεις, αλλά και ταυτόχρονα πολλά υποσχόμενες για την Ελλάδα, δεκαετίες του ‘60,’70 και ‘80 πυροδοτούν τη φαντασία του ασταμάτητα. Στο ταξίδι από την εφηβεία προς την ενηλικίωση, για να κατακτήσει αυτά που ποθεί, θα σκαρφιστεί ιστορίες για αρχαίους μύθους, μακρινά ταξίδια και όμορφες γυναίκες. Οταν έρθει αντιμέτωπος με την πραγματικότητα, θα κάνει τις ιστορίες του εικόνες, και θα ανακαλύψει τον εαυτό του.

Φαινομενικά, ο «Νοτιάς» μοιάζει με απόλυτη και φυσική συνέχεια της «Πολίτικης Κουζίνας», ένα ακόμη κομμάτι στη φιλμογραφία ενός σκηνοθέτη που αισθάνεται σίγουρος πως οι προσωπικές του ιστορίες αφορούν τους πάντες και την ίδια στιγμή νιώθει ότι γνωρίζει τον τρόπο για να το αποδείξει.
Ο «Νοτιάς» είναι κι αυτή μια ταινία φτιαγμένη από μνήμες, νοσταλγία, ερωτικά σκιρτήματα, ενήλικες που στέκονται αμήχανοι απέναντι στα παιδιά τους, μεγάλα όνειρα και ακόμη μεγαλύτερες αγάπες, ιστορίες και Ιστορίες που διανύουν παράλληλους βίους πάνω στις σελίδες της ελληνικής πατριδογνωσίας πριν σκάσουν στο πρόσωπο του θεατή σαν ρετρό πυροτεχνήματα και τον κάνουν να θυμηθεί, να νοσταλγήσει, να συγκινηθεί.
Μοιάζει, όμως, πολύ «εύκολο» να κατηγορήσεις για... συνταγή ένα σκηνοθέτη που η αμέσως προηγούμενη ταινία του έχει στον τίτλο της τη λέξη «Κουζίνα» και υπήρξε μια από τις μεγαλύτερες εμπορικές επιτυχίες στην ιστορία του ελληνικού σινεμά – αν και τη χωρίζουν ήδη περισσότερα από δέκα χρόνια από την εποχή που γέμιζε τις αίθουσες και πρόσφερε κοσμική συγκίνηση σε μια χώρα που δεν μπορούσε ούτε κατά διάνοια να φανταστεί τι θα ακολουθούσε.
Τα υλικά του «Νοτιά» είναι ίδια με αυτά της «Πολίτικης Κουζίνας»: αφήγηση βασισμένη πάνω σε αναμνήσεις, εναλλαγή δράματος και κωμωδίας, παραδόσεις και μύθοι που συναντούν το παρόν, ερωτισμός και ενηλικίωση, ειδικά οπτικά εφέ, ένα γλυκόπικρο ταξίδι στο παρελθόν ενός ανθρώπου και μιας ολόκληρης χώρας.
Αλλά ο «Νοτιάς» είναι μόνο φαινομενικά ίδιος με την «Πολίτικη Κουζίνα», αφού ο Μπουλμέτης χρησιμοποιεί εδώ αναλογίες δόσεων που η αυστηρότητα του άγραφου βιβλίου της... πολίτικης κουζίνας δεν θα επέτρεπε ποτέ.
Ο «Νοτιάς» είναι μια ιστορία ενηλικίωσης ενός αγοριού και μιας χώρας, ένα οδοιπορικό στις δεκαετίες που διαμόρφωσαν την Ελλάδα της Μεταπολίτευσης και έστρωσαν το χαλί για τη θριαμβευτική υποδοχή της σημερινής κρίσης, μια ωδή στην «παλιά» Αθήνα του ’60 και του ’70, ένα ερωτικό γράμμα στο σινεμά, μια, δύο ή και παραπάνω ιστορίες αγάπης, το ημερολόγιο ενός ανθρώπου που στροβιλίστηκε μέσα στις επιθυμίες των άλλων μέχρι να αποφασίσει να κάνει πραγματικότητα το δικό του μεγάλο ταξίδι.
Περισσότερο όμως απ’ όλα αυτά, ο «Νοτιάς» είναι μια ταινία για τους μύθους. Τους μύθους που μεταφέρονται σχεδόν αταβιστικά από τη μια γενιά στην άλλη μένοντας άθικτοι μέσα στους αιώνες. Τους μύθους που γεννιούνται στην εποχή μας ερήμην μας και τους οποίους αναγνωρίζουμε ως τέτοιους μόνο μετά από χρόνια και σε ασφαλή απόσταση από το παρόν. Τους μύθους που κατασκευάζουμε οι ίδιοι, όταν η πραγματικότητα είναι πια αφόρητη, η Ιστορία δεν έχει πια λύσεις για όσα συμβαίνουν γύρω μας και η φαντασία αφήνεται ελεύθερη να οργιάσει.
Μακριά από την πιο επικών και συχνά αχρείαστα μελοδραματικών διαστάσεων ερωτική ιστορία της «Πολίτικης Κουζίνας» και την υπερβάλλουσας νοσταλγίας απόσταση που έτσι κι αλλιώς δημιουργεί μια χαμένη πατρίδα, ο Μπουλμέτης τοποθετεί το σεναριακό και σκηνοθετικό του στιλ ακριβώς πάνω σε μια ιστορία που τους ταιριάζει, φτιάχνοντας με το «Νοτιά» μια ταινία ταυτόχρονα προσωπική και μυθική – διατηρώντας σε όλη τη διαρκειά της άριστη ισορροπία ανάμεσα στα δύο αυτά μεγέθη.
Οτιδήποτε συμβαίνει στο «Νοτιά» - απλό, απλοϊκό, μεγαλειώδες, συγκινησιακό - συμβαίνει πρωτίστως στο μυαλό του ήρωά του, είτε αυτό είναι τα εξαιρετικά και επίτηδες όχι τέλεια ειδικά εφέ με την Τροία και τις Σουλιώτισσες, είτε τα μυστικά που κρύβονται στη βιτρίνα με τις βαλίτσες στο κατάστημα του πατέρα του. Ολα όσα ζει, αισθάνεται και φαντασιώνεται ο Σταύρος μοιάζουν με παιχνίδια στα χέρια ενός παιδιού που δεν έχει καμία διάθεση να τα αφήσει αχρησιμοποίητα.
Το παιδί είναι ο Μπουλμέτης που – με την ελαφρότητα ενός λαϊκού άσματος - διασκεδάζει, θυμάται, χαριτολογεί, μελαγχολεί, νοσταλγεί, ερωτεύεται, καθώς στο μεγάλο χάρτη που άλλοι σημειώνουν τα ταξίδια τους, σημαδεύει τη συγχρονη ελληνική ιστορία φέρνοντας την αντιμέτωπη με το σήμερα χωρίς να ξεφεύγει από την κεντρική ιστορία του ήρωά του.
Με διάθεση παιχνιδιάρικη αλλά και σατιρική, ο «Νοτιάς» διασχίζει την Ελλάδα της Αννας - Μαρίας μέχρι την Ελλάδα του Ανδρέα Παπανδρέου, επικυρώνει το δέος των Ελλήνων για τον Ωνάση, κάνει χώρο ανάμεσα στα ντουμάνια των συγκεντρώσεων του Ρήγα Φεραίου, αποθεώνει τη Ζωζώ Σαπουντζάκη (και κυρίως το μύθο της) με μια υπέροχη σκηνή λίγο πριν το φινάλε και φτάνει μέχρι το Σούλι και την Τροία αναλογιζόμενος τι θα είχε συμβεί αν τα πράγματα δεν είχαν συμβεί έτσι όπως μας τα έμαθαν.
Οχι, ο «Νοτιάς» δεν είναι μια ταινία νοσταλγίας, ούτε μια ρετρολάγνα αναπόληση ενός ένδοξου παρελθόντος όπου η Ομόνοια ήταν στρογγυλή (και πανέμορφη), η μαμά χόρευε τανγκό (και μετάνιωνε που δεν ταξίδεψε ποτέ στην Αργεντινή), τα ανδρικά σλιπ ήταν Minerva (και σου έπεφταν λίγο μεγάλα), οι Πασοκτζήδες ονειρεύονταν την «αλλαγή» (και το πίστευαν), έξω από τα σινεμά οι νέοι τσακώνονταν για τον Γκοντάρ (κυρίως για τον Γκοντάρ) και στην κινηματογραφική λέσχη του πανεπιστήμιου Αθηνών ο ευρυγώνιος φακός είχε καταδικαστεί ως «δεξιός» (ίσως και να ήταν).
Ο «Νοτιάς» είναι μια μικρή, έξυπνη και δουλεμένη στην λεπτομέρεια ταινία που μιλάει - ναι, πολλές φορές με διάθεση να εξηγήσει τα αυτονόητα - για τη μεγάλη ανάγκη της Ιστορίας, για τους μύθους που δεν πρέπει να αλλάξουν, για τα ψέματα που είναι πιο αλήθινα από την πραγματικότητα, για όσα μπορούμε κάθε φορά να δούμε στο παρόν για το μέλλον. Μαζί και η επιβεβαίωση πως ο Τάσος Μπουλμέτης κάνει το δικό του σινεμά του δημιουργού – χωρίς ίχνος αλαζονίας από το ένδοξο δικό του παρελθόν, συνομιλώντας με ειλικρίνεια και τιμιότητα με τον θεατή σε ένα διαρκές συγκινησιακό debate του τι πέρασε και του τι έρχεται, τι θα έπρεπε να είχε γίνει διαφορετικά και τι θα έπρεπε να είχε αλλάξει.
Κόντρα σε όλες τις προβλέψεις, ο «Νοτιάς» φυσάει από το παρόν προς το παρελθόν... Στη σωστή διεύθυνση ενός σινεμά φτιαγμένου από προσωπικές ιστορίες που αφορούν όλους και συγκινούν με εκείνο τον τρόπο που είναι πραγματικά δύσκολο να περιγράψεις με λέξεις, αρκεί όμως ότι για μιάμιση ώρα το ένιωσες χωρίς την παραμικρή ενοχή και σίγουρος πως δεν έφταιγε μόνο η υγρασία.



Δευτέρα, 7 Νοεμβρίου 2016

Trumbo


ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ: Κοινωνική ΕΤΟΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ: 2015 ΧΩΡΑ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ:ΗΠΑ ΔΙΑΡΚΕΙΑ:124' ΕΙΔΟΣ: ΕΓΧΡ. 

Σκηνοθεσία: Τζέι Ρόουτς Πρωταγωνιστούν: Μπράιαν Κράνστον, Νταϊάν Λέιν, Λούι ΣιΚέι, Έλεν Μίρεν 

ΠΡΟΒΑΛΛΕΤΑΙ ΤΗΝ ΠΕΜΠΤΗ 10/11/2016 ΩΡΑ 21.00
ΣΤΟ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΠΡΕΒΕΖΑΣ

Βίος και πολιτεία του Ντάλτον Τράμπο, που από top σεναριογράφος του Xόλιγουντ τη δεκαετία του ’40, κυνηγήθηκε, έμεινε χωρίς δουλειά κι έχασε το σπίτι και τους περισσότερους φίλους του. Απτόητος, συνεχίζει να γράφει σενάρια για ταινίες που έφτασαν μέχρι τα Όσκαρ (The Brave One, Διακοπές στη Ρώμη), είτε χρησιμοποιώντας ψευδώνυμο είτε με την υπογραφή άλλων σεναριογράφων. 


ΚΡΙΤΙΚΗ: ΑΠΟ ΤΟΝ ΘΟΔΩΡΗ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟ

Ένας αντικαθεστωτικός σεναριογράφος, η όμορφη σύζυγος, η πεισματάρα κόρη, η εκδικητική κοσμικογράφος, μεγάλα αφεντικά και κυνηγημένοι αριστεροί, ο λιγόψυχος Έντουαρντ Τζ. Ρόμπινσον και ο θρασύς Κερκ Ντάγκλας συνθέτουν μια κατά βάση δυσάρεστη ιστορία που ο σκηνοθέτης Τζέι Ρόουτς αφηγείται ευχάριστα, έχοντας τον Μπράιαν Κράνστον του «Breaking Bad», στο πραγματικό του ντεμπούτο στο σινεμά, εντυπωσιακά συγκεντρωμένο, διάφανο, σαρωτικό.   Η βιογραφία του Ντάλτον Τράμπο μας μεταφέρει σε μια επονείδιστη σελίδα του αμερικανικού κινηματογράφου, τότε που ο γερουσιαστής Μακάρθι και οι συν αυτώ ανέκριναν τους υπόπτους για τα κομμουνιστικά τους πιστεύω και, κρίνοντάς τους ως εχθρούς του έθνους, τους απέκλειαν επαγγελματικά εκβιάζοντας τα στούντιο, οδηγώντας τους στην απελπισία, στην πενία, στη φυλακή ή στην εξορία. Ο πιο γνωστός, ίσως, από την περίφημη δεκάδα των ανθρώπων που κατέθεσαν και καταδικάστηκαν για προσβολή του δικαστηρίου, αφού επικαλέστηκαν το πέμπτο άρθρο του Συντάγματος και δεν αποκάλυψαν τις πολιτικές τους πεποιθήσεις, ήταν ο σεναριογράφος Ντάλτον Τράμπο, ένας αντιφατικός, χαρισματικός, γοητευτικός γραφιάς που αναγκάστηκε να εκτίσει ποινή ως κοινός εγκληματίας και να επιστρέψει σε μια κοινότητα που απαγορεύεται όχι μόνο να τον υπερασπιστεί αλλά να τον προστατεύσει και να του δώσει δουλειά για να ζήσει την οικογένειά του. Ο Τράμπο, ανάμεσα σε άλλα, παρεξηγήθηκε για τον πρακτικό εναγκαλισμό του με τον καπιταλιστικό τρόπο ζωής, την ίδια στιγμή που δεν εγκατέλειψε την ιδεολογική του πίστη στον κομμουνισμό, ακόμη και στα πολύ δύσκολα. Η στάση και οι ρήσεις του αντανακλούσαν τη sui generis προσαρμογή του μαρξισμού σε μια απενοχοποιημένη χρήση του υλισμού, μιας ηδονιστικής οπτικής που δεν συνάδει με τον κλασικό, μονίμως προβληματισμένο αριστερό της εποχής, ακόμη και στην εκδοχή του Αμερικανού διανοούμενου. Η νέμεσις του Τράμπο στο θεωρητικό και πιο ενδιαφέρον κομμάτι της ταινίας είναι ένα φανταστικό πρόσωπο σε μια κατά τα άλλα πιστή μεταφορά της ζωής του σεναριογράφου (ο Τζέι Ρόουτς και ο σεναριογράφος του άκουσαν προσεκτικά τις συμβουλές που τους έδωσαν οι δύο κόρες του Τράμπο), ο Άρλεν Χερντ, τον οποίο υποδύεται ο κωμικός Λούι ΣιΚέι με πειστικότητα, ένας χαρακτήρας που εκπροσωπεί τους υπόλοιπους εννιά συναδέλφους των Hollywood Ten, καθώς δεν θα χωρούσαν τόσο πολλοί σε ένα story που προσπαθεί να καλύψει αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα. Ένα από τα εκνευριστικά χαρακτηριστικά για τους άλλους, αλλά συναρπαστικό για τον θεατή, ήταν η μη απολογητική του συμπεριφορά, από την οικογένειά του που ανεχόταν την ιδιότροπη σκληράδα ενός μοναχικού συγγραφέα, μέχρι τους ευεργέτες και τα χέρια που τον τάιζαν παντεσπάνι – γιατί υπήρξε ο πιο ακριβοπληρωμένος στην εποχή του. Ανάμεσα στην αδικία του συστήματος που τροφοδότησε με επιτυχίες και στην κουτσομπολίστικη, υπερσυντηρητική αθλιότητα της χειρότερης, πιο καταστροφικής και κομπλεξικής γυναίκας που πέρασε ποτέ από το Χόλιγουντ (πεντανόστιμη η Έλεν Μίρεν ως Χέντα Χόπερ), ο Τράμπο ποτέ δεν έχασε τον εαυτό του, καθώς πίστευε ακράδαντα τις λεκτικές περικοκλάδες που εκστόμιζε με γουστόζικο στόμφο και, κυρίως, είχε εμπιστοσύνη στη χρησιμότητα (και χρηστικότητα) της ειδικότητάς του σε έναν χώρο που συστηματικά επιτιμούσε τις λέξεις και όλα τα παράγωγα της διάνοιας, αλλά δεν γινόταν να μην τα επιστρατεύσει, ειδικά την εποχή που περιγράφει η ταινία, από τα τέλη των '40s μέχρι και την αρχή των '60s, με τη βιομηχανία του σινεμά σε φουλ παραγωγικότητα.   Η μεγάλη ειρωνεία ήταν πως στα χρόνια της ένδειας, όταν ο Ντάλτον Τράμπο κρυβόταν ακούσια πίσω από άλλους, πολιτικά «καθαρούς» συναδέλφους του για να κερδίσει τελικά δύο Όσκαρ (αυτός, ο προδότης!), για το Διακοπές στη Ρώμη και το Brave One, που του αποδόθηκαν ύστερα από δεκαετίες, ο μόνος που του πρόσφερε μπόλικα χρήματα, την ευκαιρία για ακόνισμα της πένας του και μια έξυπνη δικτύωση των υπόλοιπων άνεργων συναδέλφων του χτυπημένου κλάδου ήταν ο βασιλιάς των b-movies, ο περιβόητος Φρανκ Κινγκ, άτυπος πρόγονος του Ρότζερ Κόρμαν, θιασώτης της γρήγορης ποσότητας έναντι της κουλτουριάρικης ποιότητας, αδιάφορος για το κυνήγι μαγισσών και τις στημένες επιτροπές. Ο Μπράιαν Κράνστον ποζάρει εισαγωγικά στο ξεκίνημα της ταινίας του, αλλά γρήγορα ξεδιπλώνει τις συγκρούσεις της τεράστιας προσωπικότητας του Τράμπο, του δεσποτικού, σχεδόν μανιακού άνδρα, μιας ετοιμόλογης ντίβας στο σπίτι του, που ωστόσο διατηρούσε συχνά ένα μειλίχιο δημόσιο προφίλ, υποκρινόμενος τον μετριόφρονα, όταν δεν ντίλαρε ψυχρά, ακόμη και στα πέτρινα χρόνια. Η συμφιλιωτική του ομιλία στο φινάλε της ταινίας σίγουρα αποτελεί ένα δεξιοτεχνικό αξιοθέατο για την πυκνότητα του λόγου και το ταλέντο του ηθοποιού που είναι υποψήφιος για Όσκαρ και δεύτερος στα προγνωστικά αυτήν τη στιγμή, πίσω από τον Ντι Κάπριο. Δεν υπάρχει αμφιβολία για τη σπουδαιότητα του θέματος του «Τράμπο», μια αμαρτία που το Χόλιγουντ έχει πραγματευθεί ξανά στο παρελθόν – το Guilty by Suspicion του Ίρβιν Γουίνκλερ. Ωστόσο, οι απλουστεύσεις και τα στρογγυλέματα στην ανάπτυξη παραπέμπουν σε δραματικές παραλείψεις που επιτείνουν το αίτημα για μια πιο βαθιά ανάλυση του μοναδικού εκείνου φαινομένου. Για παράδειγμα, η διαπόμπευση, κυρίως Εβραιοαμερικανών «εργατών» μιας βιομηχανίας που διευθυνόταν ουσιαστικά από Εβραιοαμερικανούς ιδρυτές του συστήματος του Χόλιγουντ, ήταν ένας ανοιχτός πόλεμος για το ποιος είναι πιο πατριώτης ανάμεσα στους εμιγκρέδες, αλλά και ποιος ακριβώς δημιουργεί την πιο αυθεντικά αμερικανική στόφα των ονείρων ενός έθνους. Ρωτήστε τη Λι Γκραντ, την όμορφη, υπερταλαντούχο ηθοποιό, που στο εκρηκτικό της ντεμπούτο της στο Χόλιγουντ, με το Detective Story του Γουίλιαμ Γουάιλερ, κλήθηκε να καταδώσει τον κομμουνιστή σύζυγό της, αρνήθηκε να καταθέσει και της αφαιρέθηκαν βίαια 12 από τα πιο δημιουργικά της χρόνια, απλώς και μόνο επειδή είχε αριστερές συμπάθειες. Όταν επέστρεψε, 31 ετών, έκανε την πρώτη από τις πολλές πλαστικές της εγχειρήσεις για να φαίνεται νέα και να νιώθει ευτυχισμένη, όπως έχει δηλώσει – για να βρει δουλειά σε έναν σκληρό χώρο και να μην τρελαθεί. Να μια, επίσης οσκαρική ιστορία που περιέχει δράμα πολλών επιπέδων... Πηγή: www.lifo.gr