Δευτέρα, 9 Απριλίου 2018

SACROMONTE

ΣΙΝΕΦΙΛΟΙ ΤΗΣ ΠΡΕΒΕΖΑΣ
ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΠΡΟΒΟΛΗ
ΠΕΜΠΤΗ 12 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 2018
ΩΡΑ 9.00 Μ.Μ
ΣΤΟ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΠΡΕΒΕΖΑΣ


Σακρομόντε. Οι σοφοί της φυλής 
(Ισπανία, 2014, 94’). 

Ντοκυμαντέρ της Τσους Γκουτιέρεθ
Μια μοναδική προβολή από την ΚΛΠ
για το τέλος της περιόδου 17-18  

Το Σακρομόντε και οι σπηλιές του υπήρξε πηγή έμπνευσης για καλλιτέχνες όπως ο Ντεμπυσύ, ο Γκλίνκα, και ο Λόρκα και εξακολουθεί να αποτελεί πόλο έλξης για  τουρίστες και εκλεκτούς επισκέπτες της Ισπανίας. 
Το ντοκυμαντέρ αναβιώνει τη μνήμη της πιο φλαμένκο γειτονιάς στη Γη: του Σακρομόντε. Δια των επιζώντων της χρυσής του εποχής που χάθηκε, των ηλικιωμένων ανδρών και γυναικών που ασχολήθηκαν με το φλαμένκο, θα διανύσουμε το παρελθόν για να ξαναβρούμε τις ρίζες τους και τις αναμνήσεις τους. Επί 200 χρόνια, στο Σακρομόντε, στις σπηλιές που βρίσκονταν στις πλαγιές του, κατοικούσαν οι τσιγγάνοι, οι οποίοι το προτίμησαν επειδή πήγαιναν πολύ προσκυνητές στο Αβαείο του Σακρομόντε, που αποτελούσαν πηγή εσόδων γι’ αυτούς. Το φλαμένκο δεν έγινε απλώς μέσο διασκέδασης των προσκυνητών και για να κερδίζουν τα προς το ζην, αλλά μια τέχνη που μεταδίδεται από τους γονείς στα παιδιά. Στην δεκαετία του 60 η γειτονιά έφρασε στο αποκορύφωμά της, με 4.000 κατοίκους που ασχολούνταν όλοι με το φλαμένκο, όλοι ήξεραν να παίζουν κιθάρα, να τραγουδούν ή να χορεύουν.  Οι πλημμύρες του 1963 προκάλεσαν την μετεγκατάσταση όλων των κατοίκων της γειτονιάς και η οικογένεια του φλαμένκο διασκορπίστηκε σε άλλες περιοχές της Γρανάδας, με αποτέλεσμα να μην ξαναϋπάρξει αυτό το κλίμα του συλλογικού χορού και του τραγουδιού που μεταδιδόταν από γενιά σε γενιά.

Βαθμολογία IMDB 7,8

Τρίτη, 27 Μαρτίου 2018

ΤΕΤΑΡΤΗ 04:45

ΣΙΝΕΦΙΛΟΙ ΤΗΣ ΠΡΕΒΕΖΑΣ
ΣΥΝΕΧΙΖΟΥΜΕ
ΠΕΜΠΤΗ 29 ΜΑΡΤΙΟΥ 2018
ΩΡΑ 9.00 Μ.Μ
ΣΤΟ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΠΡΕΒΕΖΑΣ

Σκηνοθεσία Αλέξης Αλεξίου
Παίζουν Στέλιος Μάϊνας Δημήτρης Τζουμάκης Αδάμ Μπουσδούκος

10 βραβεία Ελληνικής Ακαδημίας Κινηματογράφου
(καλύτερης ταινίας,σκηνοθεσίας,α΄ανδρικού ρόλου/Μάινας,μουσικής,σεναρίου,μοντάζ κλπ)

Αθήνα, Χειμώνας 2010. Ο Στέλιος Δημητρακόπουλος έχει 32 ώρες πριν χάσει τα πάντα. Από το τζαζ μπαρ που με πολύ κόπο διατηρεί σε λειτουργία εδώ και χρόνια, μέχρι την ίδια του την οικογένεια. Ο Ρουμάνος γκάνγκστερ που του έχει δανείσει χρήματα, απαιτεί να εξοφληθεί το χρέος τώρα. Ο μεσολαβητής και πρώην φίλος του Στέλιου, τον υποχρεώνει σε διάφορα παράνομα θελήματα. Η σύζυγος σκέφτεται σοβαρά να τον εγκαταλείψει και ένας ιδιοκτήτης νυχτερινού κέντρου, χωρίς να υπολογίζει τις συνέπειες, σηκώνει επιτέλους το ανάστημα του. Τα Χριστούγεννα πλησιάζουν, ο χρόνος τρέχει, και το έλατο στο σπίτι του Στέλιου πρέπει να στολιστεί. 

Με μια εσωτερική και μετρημένη, γεμάτη καταπιεσμένη ένταση ερμηνεία, ο Στέλιος Μάινας δίνει δραματική υπόσταση στην –κλασική για τα γκανγκστερικά θρίλερ– φιγούρα­ του απελπισμένου loser, χρωματίζοντας με γκρίζες αποχρώσεις τον φιλόδοξο, αμετροεπή­, πεισματάρη και αντιφατικό χαρακτήρα του. Η πορεία προς τη λύτρωση, και ταυτόχρονα κάθοδος προς την κόλαση, εικονογραφείται από τον Αλεξίου με ένα δεξιοτεχνικό στιλιζάρισμα (δημιουργικά) επηρεασμένο από τον Μάικλ Μαν, τον Κουέντιν Ταραντίνο και όλο το μοντέρνο κορεάτικο σινεμά: νυχτερινή ατμόσφαιρα, χορογραφημένη βία, νέον φωτισμοί, off beat χιούμορ και μια «επιθετική» αφήγηση που αντανακλά έναν κόσμο στο όριό του, παγιδευμένο σε έναν αναπόδραστο κύκλο αίματος. 
Η διάχυτη διηγηματική ειρωνεία (που ξεκινά από τους διαλόγους και φτάνει στο «πειραγμένο» easy listening σάουντρακ) βοηθά την ταινία να ξεπεράσει κάποιες μελοδραματικές σεναριακές αμηχανίες, όχι όμως και την ισοπεδωτική παρουσία της Ελλάδας της κρίσης, που –αντί για ντεκόρ της πλοκής– γίνεται ακόμη ένας πρωταγωνιστής του φιλμ. Από τον Γιώργο Παπανδρέου στις ειδήσεις (πάλι;) μέχρι τις διαρκείς νύξεις στο σπάταλο παρελθόν (των ηρώων και ολόκληρης της χώρας), τους ελληνοποιημένους μετανάστες και την ευθύνη την οποία όλοι έχουν και κανείς δεν αναλαμβάνει, η κοινωνική παραβολή ηχεί σταθερά μερικές οκτάβες υψηλότερα από την εσωτερική κινηματογραφική μελωδία της ταινίας, η οποία ακριβώς επειδή είναι πληθωρικά σκηνοθετημένη, θα όφειλε να γίνει αλληγορικά πιο λιτή.
Πηγή: αθηνόραμα 
Ελλάδα. 2015. Διάρκεια: 116΄.

Τετάρτη, 21 Μαρτίου 2018

ΤΟ ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΔΡΑΜΑΣ ΤΑΞΙΔΕΥΕΙ ...ΣΤΗΝ ΠΡΕΒΕΖΑ


Το Φεστιβάλ Δράμας Ταξιδεύει
στην Πρέβεζα
26-27 Μαρτίου 2018 ώρα 21.00
στο Πολιτιστικό Κέντρο Πρέβεζας
Θα προβληθούν όλες οι βραβευμένες ταινίες
του Φεστιβάλ 2017

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ 1ης ΜΕΡΑΣ 26/3

ΚΑΛΗΝΥΧΤΑ(35') 
BRAZUKA(19')
TESTING CRETA(11')
MANEKI NEKO(19')
ΦΡΑΓΜΑ(17')
ΚΑΤΑΨΥΞΗ(16')(Αργυρός Διόνυσος)
ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΟ ΑΝΤΙΠΑΡΑΜΥΘΙ(26')

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ 2ης ΜΕΡΑΣ 27/3

PLAY(32')(Χρυσός Διόνυσος)
ΠΡΟΦΙΤΕΡΟΛ(13')
Η ΜΕΘΟΔΟΣ(13') (Βραβείο ντοκυμαντέρ)
Η ΖΩΗ ΜΕΤΑ(17')
MAD DOGS(12')
ΤΟ ΕΙΣΙΤΗΡΙΟ(17')
ΟΥΡΑΝΙΑ(16')
Η ΑΣΗΜΑΝΤΗ ΖΩΗ ΤΗΣ ΕΛΕΝΗΣ ΠΑΥΛΗ(16')



 
 
 

Δευτέρα, 19 Μαρτίου 2018

ΣΚΟΤΕΙΝΕΣ ΨΥΧΕΣ

ΣΙΝΕΦΙΛΟΙ ΤΗΣ ΠΡΕΒΕΖΑΣ
ΣΥΝΕΧΙΖΟΥΜΕ
ΠΕΜΠΤΗ 22 ΜΑΡΤΙΟΥ 2018
ΩΡΑ 9.00 Μ.Μ
ΣΤΟ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΠΡΕΒΕΖΑΣ

Η ΠΡΟΒΟΛΗ ΓΙΝΕΤΑΙ ΩΣ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΗ ΕΚΔΗΛΩΣΗ 
ΣΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΗΣ ΕΑΡΙΝΗΣ ΓΙΟΡΤΗΣ ΤΩΝ ΤΕΧΝΩΝ
ΠΟΥ ΠΡΑΓΜΑΤΟΠΟΙΕΙΤΑΙ ΑΠΟ 17-24 ΜΑΡΤΙΟΥ
ΣΤΟ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΠΡΕΒΕΖΑΣ

ΘΑ ΑΠΟΛΑΥΣΕΤΕ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΙΚΑΣΤΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ
ΟΠΟΥ ΣΥΜΜΕΤΕΧΟΥΝ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ ΤΗΣ 
ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΗΣ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗΣ ΠΡΕΒΕΖΑΣ

Σκοτεινές Ψυχές / Anime Nere
Ιταλική κινηματογραφική παραγωγή 2014 -2015
Διάρκεια: 108′
Σκηνοθεσία: Francesco Munzi
Παίζουν οι ηθοποιοί:
Fabrizio Ferracane (Για το ΣΚΟΤΕΙΝΕΣ ΨΥΧΕΣ ήταν υποψήφιος για το βραβείο Καλύτερου Α’ Ανδρικού Ρόλου David Di Donatello), Marco Leonardi (Cinema Paradiso), Peppino Mazzotta (Il Commissario)
βραβεύτηκε το 2015 από την Ιταλική Ακαδήμια Κινηματογράφου με 9 βραβεία David Di Donatello μεταξύ των οποίων Καλύτερη Ταινία, Σκηνοθεσία, Σενάριο, Φωτογραφία, Μοντάζ και Μουσική.

Μεταφορά του ομότιτλου μυθιστορήματος του Τζιοακίνο Κριάκο από τον Ιταλό σκηνοθέτη Φραν­τσέσκο Μούντσι, ο οποίος­ τρυπώνει στα άδυτα της πανίσχυρης μαφιόζικης οργάνωσης Ντραγκέτα για να παραδώσει μια σύγχρονη τραγωδία υψηλής κινηματογραφικής ακρίβειας.
Η πρώτη σεκάνς αποκαλύπτει ένα ντιλ ανάμεσα σε Ιταλούς μαφιόζους κι έναν μεγαλέμπορο ναρκωτικών. Ισορροπίες του τρόμου πάνω στην απόλυτη χλιδή ενός πολυτελούς σκάφους, με φόντο μια μεγαλούπολη που ζει και αναπνέει στη σκιά της μοντέρνας οικονομίας αλλά και παραοικονομίας. Η συνέχεια δίνεται στο μικρό χωριό των μαφιό­ζων, όπου ο πιτσιρικάς Λέο χτυπά με την καραμπίνα του την τζαμαρία ενός ντόπιου μπαρ, ξυπνώντας έτσι μια παλιά βεντέτα. Το αίμα του ατίθασου νεαρού βράζει: περιφρονεί τις αγροτικές εργασίες που κάνει ο πατέρας του κι έχει ως πρότυπο τους θείους που έχουν χτίσει το χρυσό βασίλειο της ανομίας τους στο Μιλάνο. το ταξίδι του στην ιταλική μεγαλούπολη τον βάζει στα κόλπα της οικογενειακής «επιχείρησης». Μόνο που η αποστολή ενός πολύτιμου φορτίου στον τόπο καταγωγής τους εξελίσσεται σε θρυαλλίδα αιματηρών εξελίξεων, σε μια υψηλής κινηματογραφικής ακρίβειας μεταφορά του μυθιστορήματος «Σκοτεινές ψυχές» του Τζιοακίνο Κριάκο.



Και αυτό διότι ο Ιταλός σκηνοθέτης Φραντσέσκο Μούντσι στήνει το πολυεπίπεδο δράμα του με όρους μοντέρνας τραγωδίας και αμοραλιστικού γουέστερν. Όπως το «Γόμορρα» του Ματέο Γκαρόνε, απαρνείται από την αρχή το φολκλόρ που ακολουθεί εδώ και δεκαετίες το είδος κι εστιάζει στην οικονομική αλλά και την πολιτισμική διάσταση του φαινομένου (η μαφία ως ταυτότητα). Οι δύο όψεις τις Ιταλίας, αυτή του αναπτυγμένου Μιλάνου κι εκείνη της φτωχής επαρχιακής Καλαβρίας –άψογα φωτογραφημένες και οι δύο από τον Σέρβο Βλάνταν Ράντοβιτς–, αποτυπώνουν μια χώρα που ακροβατεί ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν της. Τα τρία αδέρφια πρωταγωνιστές, γιοι ενός βοσκού που έπεσε θύμα μιας βεντέτας, παρουσιάζονται σαν σκλάβοι της παράδοσης, ο καθένας με το δικό του τρόπο. Η μαφία βρίσκεται στο DNA της οικογένειας, της ντόπιας κοινότητας και της κρατικής εξουσίας, καθορίζοντας τη μοίρα των ηρώων.
Είναι η αόρατη δύναμη που κινεί τα νήματα, μολύνει προσωπικές σχέσεις, διαλύει τον κοινωνικό ιστό κι επιβάλλει το νόμο της ζούγκλας, όπου επικρατεί ο (εγκληματικά) ισχυρότερος. Η αστυνομία­ επιλέγει το ρόλο του απλού θεατή, ενώ τα κλειστά παντζούρια και τα κλειστά στόματα συνθέτουν μια τρομακτική σιωπή ευρείας συνενοχής. Την ίδια στιγμή νέοι άνθρωποι στριμώχνονται για να ανεβούν στη μαφιό­ζικη πυραμίδα εξουσίας, όπου μια λανθασμένη κίνηση φτάνει για να βρεθείς στον πάτο ή μάλλον θαμμένος μερικά μέτρα κάτω από αυτόν... Ένας ατέρμονας κύκλος βίας που μοιάζει αδύνατο να σταματήσει.
Τα ερειπωμένα χωριά και το φυσικό­ τοπίο της Καλαβρίας αποδεικνύονται το ιδανικό ημι-σεληνιακό σκηνικό στο οποίο ξετυλίγεται το χρονικό μιας προαναγγελθείσας τραγωδίας­, με τον Φραντσέσκο Μούντσι να χτίζει με αμεσότητα, δωρικότητα και εικαστική αρτιότητα τη σκοτεινή γκανγκ­στερική ιστορία του. Μία από τις κορυφαίες ιταλικές ταινίες της δεκαετίας, κέρδισε εννιά βραβεία στα πέρσινα Ντονατέλο και τέσσερις διακρίσεις στο Φεστιβάλ Βενετίας 2014.
Πηγή:Αθηνόραμα(Χρήστος Μήτσης)

Είναι η αόρατη δύναμη που κινεί τα νήματα, μολύνει προσωπικές σχέσεις, διαλύει τον κοινωνικό ιστό κι επιβάλλει το νόμο της ζούγκλας, όπου επικρατεί ο (εγκληματικά) ισχυρότερος. Η αστυνομία­ επιλέγει το ρόλο του απλού θεατή, ενώ τα κλειστά παντζούρια και τα κλειστά στόματα συνθέτουν μια τρομακτική σιωπή ευρείας συνενοχής. Την ίδια στιγμή νέοι άνθρωποι στριμώχνονται για να ανεβούν στη μαφιό­ζικη πυραμίδα εξουσίας, όπου μια λανθασμένη κίνηση φτάνει για να βρεθείς στον πάτο ή μάλλον θαμμένος μερικά μέτρα κάτω από αυτόν... Ένας ατέρμονος κύκλος βίας που μοιάζει αδύνατο να σταματήσει.
Τα ερειπωμένα χωριά και το φυσικό­ τοπίο της Καλαβρίας αποδεικνύονται το ιδανικό ημι-σεληνιακό σκηνικό στο οποίο ξετυλίγεται το χρονικό μιας προαναγγελθείσας τραγωδίας­, με τον Φραντσέσκο Μούντσι να χτίζει με αμεσότητα, δωρικότητα και εικαστική αρτιότητα τη σκοτεινή γκανγκ­στερική ιστορία του. Μία από τις κορυφαίες ιταλικές ταινίες της δεκαετίας, κέρδισε εννιά βραβεία στα πέρσινα Ντονατέλο και τέσσερις διακρίσεις στο Φεστιβάλ Βενετίας 2014.

Δευτέρα, 12 Μαρτίου 2018

ΛΟΥΛΟΥΔΙΑ

ΣΙΝΕΦΙΛΟΙ ΤΗΣ ΠΡΕΒΕΖΑΣ
ΣΥΝΕΧΙΖΟΥΜΕ
ΠΕΜΠΤΗ 15 ΜΑΡΤΙΟΥ 2018
ΩΡΑ 9.00 Μ.Μ
ΣΤΟ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΠΡΕΒΕΖΑΣ


Ισπανία. 2014. Διάρκεια: 99΄. 

Τρυφερή, μελαγχολική και κισλοφσκικών τόνων ταινία πάνω στην απώλεια και τον ανολοκλήρωτο έρωτα, περσινή υποβολή της Ισπανίας για ξενόγλωσσο Όσκαρ.


Διαθέτοντας κινηματογραφία γεμάτη ταλέντα και ιδέες, η Ισπανία μας εντυπωσιάζει συχνά-πυκνά με το πόσο μπροστά έχει προχωρήσει από την αλμοδοβαρική εποχή της. Με ταινίες που εξελίσσουν το στιλ του μεγάλου μετρ («Magical Girl»), με τη δική της παράδοση στο θρίλερ, με ασπρόμαυρα, μοντέρνα παραμύθια («Blancanieves»), με στιλάτες αστυνομικές περιπέτειες («Το Μικρό Νησί»), ακόμα και με λιτά, κομψά δράματα σαν τα «Λουλούδια», τα οποία υπέβαλε πέρσι ως εθνική πρόταση για ξενόγλωσσο Όσκαρ. Γυρισμένο εξ ολοκλήρου στη βασκική γλώσσα, το φιλμ των Γιoν Καράνιο και Χοσέ Μαρία Γενάγα, του βραβευμένου στο Σαν Σεμπαστιάν «For 80 Days», ξεκινά με ένα μικρό μυστήριο: η Άνε είναι μια χαμηλών τόνων 40άρα μηχανικός, η οποία ζει σε μια αδιατάρακτη συζυγική και επαγγελματική ρουτίνα. Μέχρι τη στιγμή που αρχίζει να λαμβάνει κάθε εβδομάδα μια ανθοδέσμη από άγνωστο αποστολέα, κάτι που σιγά σιγά αναστατώνει την αδιάφορη καθημερινότητά της. Το σασπένς το οποίο καλλιεργούν τα «Λουλούδια» δεν πηγάζει από την εύκολη απόκρυψη πληροφοριών. Ο Μπενιάτ, ένας συνάδελφός της που χειρίζεται τον τεράστιο γερανό στο εργοτάξιο, είναι ο κρυφός θαυμαστής της: την παρακολουθεί από ψηλά, έχει φυλάξει ένα μενταγιόν που εκείνη έχασε και τώρα ψάχνει και, φυσικά, εκδηλώνει με ντελικάτη ανωνυμία τον «απαγορευμένο» έρωτά του. Γιατί είναι κι αυτός παντρεμένος, παγιδευμένος σε μια διαρκή οικογενειακή κόντρα ανάμεσα στη γυναίκα του και την αδιάκριτη, στριμμένη μητέρα του.

Ένας άντρας και γύρω του τρεις γυναίκες. Τέσσερις συνηθισμένοι άνθρωποι που ύστερα από ένα μοιραίο ατύχημα η πορεία ζωής του καθενός θα αλλάξει δραματικά. Οι Καράνιο και Γενάγα επιχειρούν να περιγράψουν όχι μόνο πώς αυτοί (από ένα σημείο και μετά αυτές) προσπαθούν να διαχειριστούν τα απρόσμενα παιχνίδια της τύχης, αλλά και πώς αυτά τα παιχνίδια είναι άρρηκτα (κι ανύποπτα) δεμένα με το παρελθόν. Ένα παρελθόν γεμάτο μικρά κι όχι πάντα αθώα μυστικά, ανομολόγητα πάθη, πικρά απωθημένα. Με κισλοφσκική αίσθηση του τυχαίου, τα «Λουλούδια» μελετούν τις απρόβλεπτες διαδρομές της επιθυμίας, τη διαχείριση της απώλειας, την ανείπωτη θλίψη της μοναξιάς και την παντοδυναμία της μνήμης. Πάνω σ’ ένα λιτό, μα τόσο καλοζυγισμένο στις διηγηματικές του λεπτομέρειες σενάριο-ψιλοβελονιά, μιλούν για τη φυσική (ή μεταφυσική) εντροπία που αντιμάχεται τον τακτοποιημένο κομφορμισμό (τον οποίο υπογραμμίζει ένα φετιχιστικά γεωμετρικό καδράρισμα), ξεγυμνώνουν την εύθραυστη ψυχολογία ενός κόσμου που μαραίνεται από την έλλειψη επικοινωνίας και κοιτούν στα μάτια μια χώρα που προσπαθεί να αφήσει πίσω της φαντάσματα, χτίζοντας ένα θωρακισμένο μέλλον (διαρκής η παρουσία του μπετόν και της ασφάλτου). Ακόμα και σ’ αυτό όμως, υπάρχει χώρος για να αφήσει κανείς μια ανθοδέσμη γεμάτη πολύτιμες αναμνήσεις.

Πηγή Αθηνόραμα (Χρ.Μήτσης)

Σάββατο, 3 Μαρτίου 2018

45 ΧΡΟΝΙΑ

ΣΙΝΕΦΙΛΟΙ ΤΗΣ ΠΡΕΒΕΖΑΣ
ΣΥΝΕΧΙΖΟΥΜΕ
ΠΕΜΠΤΗ 8 ΜΑΡΤΙΟΥ 2018
ΩΡΑ 9.00 Μ.Μ
ΣΤΟ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΠΡΕΒΕΖΑΣ

Σκηνοθεσία:Άντριου Χέιγκ
Παίζουν:Σαρλότ Ράμπλινγκ, Τομ Κόρτνεϊ
Μ. Βρετανία. 2015. Διάρκεια: 95΄. 

Ο Τζεφ και η Κέιτ ετοιμάζονται να γιορτάσουν 45 χρόνια γάμου, όταν ένα γράμμα τους φέρνει νέα από μια ξεχασμένη υπόθεση και βάζει σε δοκιμασία την ήρεμη, τακτοποιημένη σχέση τους.
Διπλό βραβείο ερμηνείας στο Βερολίνο για ένα γλυκόπικρο, ειλικρινές και συγκινητικό δράμα χαρακτήρων που ανατέμνει βαθιά όλα όσα, φανερά ή ανομολόγητα, στηρίζουν τη μακροχρόνια συντροφική συμβίωση.
Τι θα μπορούσε άραγε να αιφνιδιάσει ένα ζευγάρι που ζει μαζί για σχεδόν μισό αιώνα; Η ερώτηση έχει, φυσικά, να κάνει με τις βεβαιότητες που μας γεμίζει η ζωή στο πέρασμα του χρόνου και οι οποίες, από ένα σημείο και μετά, μοιάζει αδύνατο, ίσως και ανώφελο, να ανατραπούν. Αν όμως αυτές τεθούν απρόσμενα υπό αμφισβήτηση, πώς αντιδράς; Πώς υποδέχεσαι το καινούργιο, αληθινό και ενοχλητικό μαζί και κατά πόσο επαναπαύεσαι στο βολικά γνώριμο και καθησυχαστικό; Ο ποιητής και πεζογράφος Ντέιβιντ Κονσταντάιν θέτει δεξιοτεχνικά τα ανάλογα ερωτήματα στο διήγημά του «In another country», το οποίο μεταφέρει με ιδιαίτερη ευαισθησία στην οθόνη ο Άντριου Χέιγκ.
Σκηνοθέτης δύο χαμηλότονων γκέι δραμάτων (του «Greek Pete» το 2009 και του πολυβραβευμένου «Weekend» το 2011), ο Χέιγκ διατηρεί τη νοσταλγική, σχεδόν ελεγειακή ατμόσφαιρα του λογοτεχνήματος, με μια λιτή σεναριακή δια­σκευή, η οποία αποφεύγει την πάντα καιροφυλακτούσα σε ανάλογες περιπτώσεις απειλή της θεατρικής προσέγγισης. Της εφησυχαστικής παγίδας, δηλαδή, που περιορίζει τη σκηνοθεσία σε καθαρά περιγραφικό ρόλο και αφήνει την πρόζα, τους ηθοποιούς και μερικά κλόουζ απ να βγάλουν τα δραματικά κάστανα από τη φωτιά.

Η πρώτη σκηνή, με την Κέιτ να βγάζει το σκύλο βόλτα σε ένα ομιχλώδες εξοχικό τοπίο, μας μεταφέρει μια σχεδόν ονειρική, μα ταυτόχρονα απόλυτα ρεαλιστική αίσθηση. Την ίδια που νιώθουμε όταν μαθαίνουμε, μέσα από ένα γράμμα που φτάνει στους Μέρσερ πέντε μέρες προτού εκείνοι γιορτάσουν την 45η επέτειο του γάμου τους, πως η σορός της εφηβικής αγαπημένης του Τζεφ, η οποία αγνοούνταν για μισό αιώνα ύστερα από ένα ορειβατικό ατύχημα στην Ελβετία, βρέθηκε διατηρημένη μέσα στους πάγους. Έτσι, στην ήρεμη, τακτοποιημένη σχέση του ζευγαριού εισβάλλει αιφνιδιαστικά ένα φάντασμα από το παρελθόν, διαταράσσοντας κάθε εγκατεστημένη βεβαιότητα.
Αργά, μα υποδόρια και βασανιστικά, οι αμφιβολίες της Κέιτ για τα πραγματικά συναισθήματα του Τζεφ απέναντί της γιγαντώνονται, τα ερωτήματα του ίδιου του Τζεφ προς τον εαυτό του όμως μοιά­ζουν εξίσου, αν όχι περισσότερο, οδυνηρά. Κι ενώ οι μέρες μετρούν αντίστροφα και οι προετοιμασίες για τη γιορτή της επετείου κορυφώνονται, ο Χέιγκ πιέζει με επίμονο τακτ τους ήρωές του να αντιμετωπίσουν τα εντελώς αντιφατικά και πλήρως ανομολόγητα συναισθήματά τους, «ξεφλουδίζοντας» σκηνή τη σκηνή (οι περισσότερες αντιδραματικά λιγομίλητες) όλα όσα –φανερά ή μυστικά, τρυφερά ή θεόπικρα, θαρραλέα ή κομφορμιστικά– στηρίζουν κάθε μακροχρόνια συντροφική συμβίωση.
Συμπονετικός, μα ειλικρινής ανατόμος, ο Βρετανός σκηνοθέτης εικονογραφεί με τον πιο γυμνό και καίριο κινηματογραφικό τρόπο αυτήν τη συγκινητική υπαρξιακή οδύσσεια, η οποία απέσπασε πανάξια στο Φεστιβάλ Βερολίνου διπλό βραβείο ερμηνείας για τους αλησμόνητους, συγκλονιστικούς πρωταγωνιστές του.
ΠΗΓΗ:ΑΘHΝΟΡΑΜΑ (Χρ. Μήτσης)


Δευτέρα, 26 Φεβρουαρίου 2018

ΑΦΕΡΙΜ!

ΣΙΝΕΦΙΛΟΙ ΤΗΣ ΠΡΕΒΕΖΑΣ
ΣΥΝΕΧΙΖΟΥΜΕ
ΠΕΜΠΤΗ 1 ΜΑΡΤΙΟΥ 2018
ΩΡΑ 9.00 Μ.Μ
ΣΤΟ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΠΡΕΒΕΖΑΣ


ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ:Radu Jude

Βρισκόμαστε στην Ρουμανία (Βλαχία) του 1835. Δύο άντρες, πατέρας και γιος καβαλάνε τα άλογά τους και διασχίζουν την χώρα με σκοπό να βρουν έναν τσιγγάνο Σκλάβο που έχει δραπετεύσει από τα αφεντικά του για καλύτερες συνθήκες. Στον δρόμο τους θα συναντήσουν διάφορους ταξιδιώτες και θα έχουν διάφορες συζητήσεις ενδεικτικές για την κατάσταση που επικρατεί στην χώρα εκείνη την εποχή, αλλά και την ιδιοσυγκρασία, τα έθιμα και τις παραδόσεις και τις απόψεις των ανθρώπων της περιοχής για διάφορα θέματα. Τούρκοι, Ρώσοι, Χριστιανοί, Εβραίοι, Ούγγροι, αλλά και Έλληνες θα μπουν στο στόχαστρο των δύο ταξιδιωτών και των φίλων και εχθρών που θα συναντήσουν στον δρόμο τους. Στο κυνήγι του τσιγγάνου με το όνομα Carfin, θα μάθουμε και σημαντικά πράγματα για τους τσιγγάνους και την θέση τους στην κοινωνία της εποχής.
Οι τσιγγάνοι λοιπόν έχουν περιορισμένα δικαιώματα, από κάποιους δεν θεωρούνται καν άνθρωποι, ενώ οι συνθήκες με τις οποίες δουλεύουν είναι ιδιαίτερα άσχημες. Ο σεβασμός προς το πρόσωπό τους είναι ανύπαρκτος στις περισσότερες περιπτώσεις, ενώ μια διαφορά στην συμπεριφορά των υπολοίπων προς αυτούς, βλέπουμε στην νέα γενιά και εν προκειμένω στον γιο του πρωταγωνιστή. Ωστόσο οι εποχές είναι διαφορετικές με τις τωρινές και έτσι οι δούλοι-τσιγγάνοι θα βρεθούν ακόμη και να παρακαλάνε να τους πάρει κάποιος αφέντης για σκλάβους, καθώς έτσι τουλάχιστον θα έχουν κάποια λιγοστή τροφή. Η σκηνή δε που γίνεται αυτό, περιέχει ένα αγοράκι που αρχίζει το παρακάλι, το οποίο συνεχίζουν όλοι οι άλλοι οι υπό πώληση σκλάβοι, και αποτελεί μία από τις πιο δυνατές σκηνές της ταινίας.



Η δεύτερη τέτοια έχει να κάνει με το κωμικό παραλήρημα ενός γέρου παπά που βρίσκουν στον δρόμο οι πρωταγωνιστές. Ο παπάς ξεσπά σε ένα σχεδόν πεντάλεπτο μονόλογο όπου με χιουμοριστικό τρόπο θα αναλύσει τα κουσούρια του κάθε λαού. Δυσκολεύομαι να θυμηθώ τι ακριβώς ειπώθηκε για μας τους Έλληνες, όμως τέτοια σχόλια υπήρξαν και όπως είναι αντιληπτό, για τους περισσότερους λαούς ήταν ιδιαίτερα προκλητικά. Αιχμή του δόρατος οι Εβραίοι, τους οποίος ο αδαής παπάς βρίζει περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο, με τους θεατές του Berlinale Palast που είδαν την ταινία σε πρεμιέρα να χαμογελάνε αμήχανα και να γίνεται αισθητή σε αρκετούς μία άβολη κατάσταση, μια και το θέμα του ρατσισμού είναι δύσκολο να συζητηθεί σε μια ταινία εποχής, όπως αυτή, και τα λάθος συμπεράσματα είναι μοιραία, ακόμη και με δεδομένης της καλής διάθεσης των δημιουργών του Aferim.
Η ταινία αποδίδει ρεαλιστικά την εποχή και έχει καλές ερμηνείες από τους κεντρικούς και τους περιφερειακούς της χαρακτήρες, όμως έχει πολλά σημεία που κάνει κοιλιά. Συγκεκριμένα ο μακρόσυρτος διάλογος, καταφέρνει να περάσει διάφορα μηνύματα για την ζωή και το πνεύμα των ανθρώπων της εποχής όπως είπαμε, όμως σε αρκετές περιπτώσεις θα είναι τυποποιημένος και ψεύτικος ενώ σε άλλες λίγο αδιάφορος, κάτι που μας κάνει να ξεχνάμε το νόημα της ταινίας.


Τελικά πάντως ο Carfin θα βρεθεί και ο διάλογος θα συνεχιστεί να γίνεται με αυτόν να παίρνει ενεργητικά μέρος και τους δύο ανθρώπους που τον οδηγούν προς την τιμωρία του να τον γνωρίζουν και να τον συμπαθούν. Το Aferim μας αποζημιώνει τελικά με ένα δυνατό τέλος για το τι επιφυλάσσει η μοίρα στον νεαρό τσιγγάνο.

ΠΗΓΗ:cinefreaks.gr

Κυριακή, 18 Φεβρουαρίου 2018

ΜΙΑ ΠΟΛΗ ΔΙΠΛΑ ΣΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ

ΣΙΝΕΦΙΛΟΙ ΤΗΣ ΠΡΕΒΕΖΑΣ
ΣΥΝΕΧΙΖΟΥΜΕ
ΠΕΜΠΤΗ 22 ΦΕΒΡOYAΡΙΟΥ 2018
ΩΡΑ 9.00 Μ.Μ
ΣΤΟ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΠΡΕΒΕΖΑΣ

ΟΣΚΑΡ Α' ΑΝΔΡΙΚΟΥ ΡΟΛΟΥ
ΣΤΟΝ ΚΕΪΣΥ ΑΦΛΕΚ

ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: ΚΕΝΕΘ ΛΟΝΕΡΓΚΑΝ



Μετά τον θάνατο του μεγάλου του αδερφού Joe (Kyle Chandler), o Lee Chandler (Casey Affleck) μαθαίνει ότι ο αδερφός του τον έκανε κηδεμόνα του γιου του, Patrick (Lucas Hedges). Ο Lee θα πάρει άδεια από την δουλειά του για να επισκεφτεί το Manchester-by-the-Sea και να γίνει ο νέος πατέρας του Patrick, ενός δεκαπεντάχρονου, ενώ θα πρέπει ο ίδιος να έρθει αντιμέτωπος με το παρελθόν του και την πρώην γυναίκα του Randi (Michelle Williams) καθώς και με όλη την κοινωνία στην οποία μεγάλωσε. Ο Lee και ο Patrick θα πρέπει να βρουν ένα τρόπο επικοινωνίας και να ζήσουν χωρίς τον άντρα που τους συνέδεε, τον Joe.
To Manchester by the sea, είναι η νέα ταινία του Kenneth Lonergan (You Can Count on Me, Margaret), σεναριογράφου αρκετών γνωστών επιτυχιών όπως τα Analyze This και Gangs of New York. Πρόκειται για μία συμπαραγωγή του Amazon, που αγόρασε την ταινία για ένα τεράστιο ποσό στο Φεστιβάλ του Sundance.

Μεγάλος βραχνάς το παρελθόν και εξίσου μακρύ το μονοπάτι προς τη λύτρωση από αυτό. Κανείς δε μπορεί να διαφωνήσει πως στην Τέχνη το αίσθημα της Κάθαρσης είναι σχεδόν συμπορευόμενο με αυτήν από τα γεννοφάσκια της και πως, όταν μιλάμε περί δράματος ειδικά, χρειάζεται έναν ντελικάτο χειρισμό προκειμένου να κρατηθεί μια ισορροπία και να μην εκφυλιστεί μια τόσο ιερή έννοια. Ουκ ολίγες ταινίες μας έχουν παρουσιάσει ιστορίες για ανθρώπους που ζουν στη σκιά του παρελθόντος τους στα πλαίσια ενός θλιμμένου παρόντος, άλλες επιτυχημένα κι άλλες όχι και τόσο. Ευτυχώς, το Μια Πόλη Δίπλα Στη Θάλασσα ανήκει στα επιτυχημένα εγχειρήματα, τόσο από αισθητικής, όσο και από σεναριακής απόψεως.

Στην ταινία αυτή θα συναντήσουμε έναν κεντρικό πρωταγωνιστή αποστασιοποιημένο, με τον οποίο καλούμαστε μέχρι το τέλος της ταινίας να ταυτιστούμε σε συναισθηματικό επίπεδο. Το τι έχει κάνει και το γιατί συμπεριφέρεται όπως συμπεριφέρεται, μας δίνεται μέσω μιας σειράς πολύ σωστά τοποθετημένων flashback που, όχι μόνο σπάνε τη γραμμικότητα της ταινίας, αλλά αναζωπυρώνουν και το ενδιαφέρον του θεατή σε σχέση με τα επί της οθόνης τεκταινόμενα. Βλέπουμε πως κάνείς δεν είναι τέλειος και πως κάτι πάντα κρύβεται πίσω από τις πιο ιδιαίτερες των περιστάσεων. Τα πανέμορφα τοπία που απεικονίζουν με σχεδόν εξπρεσιονιστικό τρόπο τη μελαγχολία του ψυχισμού των δύο πρωταγωνιστών, δεν κουράζουν ούτε το μάτι, ούτε και το νου. Δίνουν χώρο και χρόνο στην ταινία να αναπνεύσει και να εμφυσήσει με όσο το δυνατόν καλύτερο τρόπο τα όσα έχει να πει στο κοινό της.
Σεναριακά, όσες φορές τείνει να καταλήξει στο μελόδραμα, χαλιναγωγείται και επιστρέφει στο ρεαλισμό. Μας δίνει υπέροχα μια αναπτυσσόμενη εγκάρδια σχέση μεταξύ θείου και ανιψιού που ο καθένας καλείται να ωριμάσει και να αφήσει τις πληγές του να επουλωθούν. Χωρίς περίπλοκα ζητήματα, άνευ υπερβολών που θα μπορούσαν να τη χαρακτηρίσουν ως ένα τυπικό δράμα, διανθισμένο κατά τόπους με χιούμορ, αποτελεί ένα πρότυπο δείγμα γραφής που, παρά τη μεγάλη διάρκεια την οποία χρειάζεται για να αποδοθεί φιλμικά (130 λεπτά είναι αυτά), δεν κουράζει.
Αξίζει, επιπλέον, να σημειωθεί η εξαιρετική χημεία των πρωταγωνιστών Casey Affleck και Lucas Hedges. Οσκαρικών προδιαγραφών αμφότεροι, κάνουν τους χαρακτήρες τους απόλυτα πιστευτούς και αντιλαμβάνονται το βάθος τους, χωρίς να καταφεύγουν σε υπερβολές. Δύο εκπληκτικές ερμηνείες, άρτια δεμένες η μια με την άλλη.
Δίχως δεύτερη σκέψη, μια από τις ταινίες που θα απασχολήσει -και φυσικά αφορά- αρκετό κόσμο με το άρτια συνεκτικό δράμα που προσφέρει. Μη σας τρομάζει η μεγάλη διάρκεια, τα πάντα έχουν τη σημασία τους στο γενικότερο σύνολο και οι δύο ώρες θα περάσουν πριν το καταλάβετε.
ΠΗΓΗ: CINEFREAKS.GR

Κυριακή, 11 Φεβρουαρίου 2018

ΤΟ ΚΡΥΟ ΤΗΣ ΤΡΑΠΕΖΟΥΝΤΑΣ

ΣΙΝΕΦΙΛΟΙ ΤΗΣ ΠΡΕΒΕΖΑΣ
ΣΥΝΕΧΙΖΟΥΜΕ
ΠΕΜΠΤΗ 15 ΦΕΒΡOYAΡΙΟΥ 2018
ΩΡΑ 9.00 Μ.Μ
ΣΤΟ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΠΡΕΒΕΖΑΣ


Σπάνιας εικαστικής ομορφιάς ανθρωπολογική μελέτη, η οποία μέσα από αργούς, υπνωτιστικούς ρυθμούς εξελίσσεται σε ένα συμβολικό υπαρξιακό δράμα που ανταμείβει τον υπομονετικό θεατή.
Η «Ελπίδα» (1970), η καλύτερη στιγμή στης φιλμογραφία του Γιλμάζ Γκιουνέι, αφηγείται την ιστορία ενός φτωχού αμαξά ο οποίος αφοσιώνεται στο κυνήγι ενός μυθικού, θαμμένου στην έρημο θησαυρού, φτάνοντας έτσι στα όρια της τρέλας. Η δεύτερη ταινία του Μουσταφά Καρά έχει για πρωταγωνιστή έναν παρόμοιας ψυχολογίας ήρωα, τον Μεχμέτ, ο οποίος έχει γίνει ένα με τον πάτο της τουρκικής κοινωνικής πυραμίδας. Ζώντας σε ένα άθλιο καλύβι χωρίς ηλεκτρισμό στα παγωμένα βουνά του Πόντου, αφήνει τη γυναίκα, την ηλικιωμένη μητέρα και τα δύο μικρά αγόρια του να τα βγάλουν πέρα με τις σκληρές κτηνοτροφικές εργασίες και αναζητά φλέβες χρυσού σε μακρινές σπηλιές και απόκρημνες ρεματιές.

Χρεωμένος, πιστεύει πως αυτός είναι ο μοναδικός τρόπος να πιάσει την καλή, οπότε αγνοεί τα παράπονα της συζύγου και τις συμβουλές των συγχωριανών του. Μόνον όταν ο σκληρός χειμώνας γίνεται απαγορευτικό εμπόδιο στην εμμονική αναζήτησή του, βρίσκει μια νέα ευκαιρία «πλουτισμού». Τις τοπικές ταυρομαχίες, οι οποίες προσφέρουν δελεαστικό χρηματικό έπαθλο στους νικητές. Έτσι, αντί να πουλήσει τον οικογενειακό ταύρο και να ξεχρεώσει, αρχίζει να τον εκπαιδεύει για τη μεγάλη μάχη.
Μια κοινωνία με τεράστιες ανισότητες κι ένας κόσμος στηριγμένος στη θεόσταλτη ευκαιρία – οι (οικονομικές) αλλαγές στον καπιταλισμό δεν είναι αποτέλεσμα συνειδητής γνώσης, αλλά ανακάλυψης «θησαυρού» (από το Τζόκερ μέχρι έναν καλό γάμο). Ο Καρά κοιτάζει πόσο λίγο έχει αλλάξει η χώρα του από την εποχή του Γκιουνέι, πριν από σχεδόν μισό αιώνα, υιοθετεί όμως μια συμβολικότερη κινηματογραφική γλώσσα για να περιγράψει την ψυχοσύνθεση και την ξεχασμένη από τον θεό μοίρα των κατοίκων της. Τον ρόλο μάλιστα του απόντος θεού παίρνει η φύση, η οποία κινηματογραφείται μεγαλειώδης και απειλητική, πανέμορφη όσο κι αιωνίως αδιάφορη για τα ανθρώπινα, με τους Σεβαΐρ Σαχίν και Κιουρσάτ Ουρεζίν να υπογράφουν μία από τις συναρπαστικότερες φωτογραφικές δουλειές –αριστοτεχνικό καδράρισμα, πλούσιες φυσικές λεπτομέρειες, υποφωτισμένα εσωτερικά πλάνα εικαστικής τελειότητας– των τελευταίων χρόνων.
Το αφιλόξενο φυσικό τοπίο κατέχει εδώ τον ρόλο ζωντανού πρωταγωνιστή και η προσπάθεια του «μικροσκοπικού» Μεχμέτ να αναρριχηθεί στις ορεινές πλαγιές αποκτά σισύφειες διαστάσεις. Αντιπαραβάλλοντας το φυσικό με το ανθρώπινο, το μικρό με το μεγάλο, το εφήμερο με το αιώνιο και τον ακατέργαστο ρεαλισμό με μια ονειρική ελπίδα διαφυγής, το «Κρύο της Τραπεζούντας» συνεχίζει την κινηματογραφική παράδοση που ξεκινάει από τον Γκιουνέι και φτάνει, μέσω του Τσεϊλάν και του Καπλάνογλου, στη νέα τουρκική σκηνοθετική γενιά. Με μινιμαλιστική πλοκή, υποβλητικά­ αργούς αφηγηματικούς ρυθμούς και βαθιά γνώση της μεγάλης, βουβής ανθρώπινης περιπέτειας, μας διηγείται μια συγκινητική κινηματογραφική ιστορία πίστης, δικαίωσης και διάψευσης, αποτυπώνοντας συγχρόνως την αλήθεια μιας ολόκληρης –ανύπαρκτης για τις οθόνες των multiplex– πολιτικοκοινωνικής πραγματικότητας.
Τουρκία, Ουγγαρία. 2016. Διάρκεια: 130΄.

Κυριακή, 28 Ιανουαρίου 2018

ΔΟΛΟΦΟΝΙΚΑ ΑΜΑΞΙΔΙΑ

ΣΙΝΕΦΙΛΟΙ ΤΗΣ ΠΡΕΒΕΖΑΣ
ΣΥΝΕΧΙΖΟΥΜΕ
ΠΕΜΠΤΗ 1 ΦΕΒΡOYAΡΙΟΥ 2018
ΩΡΑ 9.00 Μ.Μ
ΣΤΟ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΠΡΕΒΕΖΑΣ

ΚΑΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΠΡΟΒΟΛΗ ΚΟΒΟΥΜΕ ΤΗΝ ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑΤΙΚΗ ΠΙΤΑ

Ο πρώην πυροσβέστης Ρουπάζοφ, που μένει παράλυτος από ατύχημα, βγαίνει από τη φυλακή και πηγαίνει σε ένα κέντρο αποκατάστασης. Εκεί, συναντά τον 20χρονο Ζολί και τον καλύτερό του φίλο Μπάρμπα, χρήστες αναπηρικών αμαξιδίων, που φιλοδοξούν να γίνουν σχεδιαστές κόμικ. Η ανορθόδοξη συμπεριφορά του Ρουπάζοφ εμπνέει τα δυο αγόρια να γευτούν στο έπακρο τη ζωή. Σύντομα, ο Ρουπάζοφ θα τους παρασύρει στο σκοτεινό κόσμο του εγκλήματος, για να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στον Ράντος, έναν αδίστακτο μαφιόζο. Μόνο που τα πράγματα δεν είναι όπως φαίνονται… Σ’ αυτή την αυθεντική κωμωδία δράσης, ο Ούγγρος σκηνοθέτης Ατίλα Τιλ επιχειρεί με χιούμορ και τρυφερότητα μια εξερεύνηση στις ζωές των πρωταγωνιστών που αγωνίζονται για πράγματα που οι μη ανάπηροι θεωρούν δεδομένα.